Στον ευρωπαϊκό Τύπο συνεχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους άρθρα με θέμα την ούτω καλούμενη αποκάλυψη Ρώσων κατασκόπων, δολιοφθορέων και δηλητηριαστών. Και ως συνήθως δεν συνοδεύονται ούτε και εμπεριέχουν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία. Εκτός από το γνωστό «κατά πάσα πιθανότητα». Ακόμη και αυτό το καθόλου πειστικό «αποδεικτικό στοιχείο» τελευταία όλο και πιο συχνά αντικαθίσταται με τις απόπειρες να μας πείσουν με το «απλά πιστέψτε μας». Επιβεβαίωση αυτού αποτελούν οι πρόσφατες, εντελώς αστήρικτες και αδικαιολόγητες απελάσεις διπλωματών μας από σειρά ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες έγιναν με βάση μια λανθασμένη αντίληψη του αισθήματος περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» προς την Πράγα και όχι με μια προσπάθεια στη βάση της απλής λογικής να κατανοήσουν και να ξεκαθαρίσουν τη δημιουργηθείσα κατάσταση και να φτάσουν στην αλήθεια. Οι συνεχείς εκκλήσεις μας να μας παρουσιάσουν στοιχεία των ανακριτικών Αρχών κάθε φορά πέφτουν στο κενό και μένουν αναπάντητες. Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση με τους Σκριπάλ και με τον Ναβάλνι, αλλά και τώρα με την έκρηξη το 2014 σε αποθήκες πυρομαχικών στην Τσεχία.
Φοβίζουν ολόκληρο τον κόσμο με τη δήθεν παντοδυναμία των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, τώρα μάλιστα βγαίνει και το συμπέρασμα ότι στην Κεντρική Διεύθυνση Αντικατασκοπείας (ΓΡΟΥ) του Ρωσικού Γενικού Επιτελείου, όπως φαίνεται, εργάζονται μονάχα δύο υπάλληλοι, οι οποίοι, όπως φαίνεται, τα καταφέρνουν να βρίσκονται παντού, ενεργώντας με το στυλ του Τζέιμς Μποντ.
Το τσέχικο περιστατικό δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ανήκει κι αυτό στην παρούσα αντιρωσική ψύχωση και υστερία της Δύσης, οι πραγματικοί λόγοι των οποίων αποτελούν ακόμη μια προσπάθεια να παρασύρουν και να απομακρύνουν την προσοχή των πολιτών τους από τα αυξανόμενα εσωτερικά προβλήματα, δημιουργώντας στον πληθυσμό τους τη μορφή του εχθρού στο πρόσωπο της «παντοδύναμης και δαιμονικής Ρωσίας». Πάρτε, για παράδειγμα, την κατάσταση με τον εμβολιασμό και τον εφοδιασμό με εμβόλια. Και την πολιτικοποιημένη προσέγγιση όσον αφορά στο ρωσικό εμβόλιο, προσεγγίζοντάς το με αδιαφορία για τη ζωή των ίδιων των πολιτών τους. Όλα αυτά, μαζί με τη συνεχή ανάπτυξη της πολιτικής της επιβολής κυρώσεων, δεν μπορεί να προμηνύουν τίποτε το καλό για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ευρώπη και εκτός αυτής.
Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η Ρωσία δεν ανέπτυξε ούτε και πραγματοποιεί στο έδαφος της Ευρώπης οποιεσδήποτε «υπονομευτικές» ενέργειες. Αντίθετα, απευθύνουμε έντονες εκκλήσεις, όσο δεν είναι αργά, για τερματισμό της άκρατης ψύχωσης και να γίνει επιστροφή σε έναν ήρεμο διάλογο με αμοιβαίο σεβασμό, ο οποίος αποτελεί τον μοναδικό τρόπο βελτίωσης της δημιουργηθείσας τεταμένης κατάστασης και να μην επιτραπεί η εξέλιξή της με τη μορφή ενός απρόβλεπτου σεναρίου.
Γνωρίζουμε ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν ακόμη πολιτικοί που το αντιλαμβάνονται αυτό. Ως ένα παράδειγμα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα λογικά λόγια του Καγκελαρίου της Αυστρίας Σεμπάστιαν Κουρτς, ο οποίος πρόσφατα δημόσια εκφράστηκε κατά της επιβολής πρόσθετων κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας, κάνοντας έκκληση για αποκλιμάκωση και διάλογο, καθόσον η ειρήνη στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι δυνατή μόνο μαζί με τη Ρωσία και όχι εναντίον της. Δυστυχώς όμως δεν είναι αυτοί οι πολιτικοί που καθορίζουν την πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ρωσία εκφράζει την ετοιμότητά της για έναν τέτοιο διάλογο και το έχει δηλώσει δημόσια αρκετές φορές η ρωσική ηγεσία σε όλα τα επίπεδα, περιλαμβανομένων και των διεθνών.
*Πρέσβης της Ρωσίας