Μια ερώτηση φαινομενικά αθώα, αν την ακούσει κανείς αποπλαισιωμένη. Στο επικοινωνιακό της όμως πλαίσιο, κρύβει βαθιά ριζωμένα και αόρατα νοήματα που υποβόσκουν σε μια κοινωνία που αρνείται περίτεχνα κάθε ρατσιστικό λόγο. Αν όμως τολμήσει να φωτίσει κανείς με κριτικό φακό και προσπαθήσει να αναλύσει τις λέξεις που την αποτελούν, θα εντοπίσει καλά καμουφλαρισμένες αντιλήψεις. Δεν πάει καιρός που ένα δεκάχρονο κοριτσάκι πνίγηκε σε πισίνα στην Πάφο. Ήμουνα λοιπόν σε μια παρέα, όπου η είδηση αυτή σχολιαζόταν ευκαιριακά και όχι στοχευμένα. Κι ενώ απλά ο καθένας κατέθετε τη δική του εκτίμηση, έπεσε η ερώτηση «Εν δικό μας, ή εν ξένο;».

Τότε ήταν που ένοιωσα κάτι να με ενοχλεί. Κάτι σε αυτή την ερώτηση δε μου ταίριαζε… δεν είχε να προσθέσει η πληροφορία αυτή κάτι στο γεγονός, αφού η ουσία ήταν απλά η τραγική απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, ενός μικρού παιδιού που δεν είχε ακόμα προλάβει να χαράξει πορεία στον κόσμο. Τι σημασία μπορεί να έχει η καταγωγή ενός ανθρώπου, και πόσο αυτό μπορεί να προσδίδει μεγαλύτερο πόνο στην απώλεια της ζωής. Αν είναι «δικό μας», αν συμπεριλαμβάνεται στη συλλογική ομάδα, μπορεί η αξία της ζωής του να είναι μεγαλύτερη; Και πως μπορεί ένα παιδί να αποκλείεται και να ορίζεται ως «ξένο», ως κάτι που δε μπορεί να χωρέσει σε μια προνομοιούχα ίσως ομάδα. Η οικοδόμηση πρακτικών συμπερίληψης ή αποκλεισμού, του «ανήκειν» σε μια ομάδα ή όχι, υπονοεί τη χρήση στρατηγικών που αναπαριστούν θετικά το άτομο και την ομάδα στην οποία ανήκει και αρνητικά τους άλλους. Τέτοιες στρατηγικές υποστηρίζουν την αιτιολόγηση και νομιμοποίηση συμπερίληψης και αποκλεισμού, αλλά και τη δημιουργία συλλογικής ταυτότητας. Μιας συλλογικής ταυτότητας που φαίνεται να ορίζει και τη βαθύτερη αξία των υποκειμένων.

Η Wodak (2015), χρησιμοποιεί τους όρους «συμπερίληψης και αποκλεισμού», έναντι αυτής του ρατσισμού λόγω της περίπλοκης και στιγματισμένης διάστασης που έλαβε ο όρος μέσα από την ιστορική του πορεία. Ο Van Dijk (1990), αναφέρει ότι ο αποκλεισμός και παραγκωνισμός μειονοτικών ομάδων στον λόγο παρουσιάζεται ως αντικειμενικός και λογικός, και δε στηρίζεται σε συναισθήματα.

Τα άτομα λοιπόν επιστρατεύουν στρατηγικές λόγου, αυθαίρετα, μέσα από τις οποίες νομιμοποιούν πρακτικές αποκλεισμού έναντι του «άλλου». Πρόκειται για ένα καλά θεσμοθετημένο ρατσισμό, που δύναται να ιδωθεί ως πρακτική, δομή αλλά και ως ιδεολογία. Πρόκειται και για διαδικασία, αφού δομές και ιδεολογίες ενυπάρχουν στις πρακτικές της καθημερινότητας μέσα από τις οποίες δημιουργούνται και επιβεβαιώνονται. Ένας ρατσισμός που ενυπάρχει εγκαθιδρυμένος μέσα στο ασυνείδητο και αφορά τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους κάθε κοινωνίας. Ο Αρχάκης (2019), αναφέρει ότι στη σύγχρονη εποχή, η οικοδόμηση θετικής αυτό-αναπαράστασης από το άτομο και την ομάδα του και η οικοδόμηση συλλογικής ταυτότητας, συχνά προϋποθέτει την άρνηση κάθε μορφής ρατσισμού μέσα από την επίκληση ήθους και ευλογοφάνειας. Παρόλα αυτά, ο αποκλεισμός συνεχίζεται με τις στρατηγικές να υποβόσκουν καμουφλαρισμένες χωρίς να δηλώνονται απροκάλυπτα από τα άτομα ή τις κυρίαρχες ομάδες.

Η δήλωση «εγώ δεν είμαι ρατσιστής», αποσείει τις ενοχές που συνακολουθούν τον αρνητικά στιγματισμένο όρο από τον πομπό, αλλά δεν εξαφανίζει το φαινόμενο. Αν οι άνθρωποι αρνούνται να αντιμετωπίσουν στην πραγματικότητα αρνητικά φαινόμενα, απλά τα αποσιωπούν επιτρέποντας ταυτόχρονα την κοινωνική αναπαραγωγή τους μέσα από μια καμουφλαρισμένη σιωπή. Ο «ρευστός ρατσισμός», σύμφωνα με τον Αρχάκη, θα πρέπει να ιδωθεί ως μια αμφίσημη μορφή ρατσισμού, η οποία ενθαρρύνεται σήμερα και αποδυναμώνει τις ποικίλες άμυνες ενάντια στις ρατσιστικές αξιώσεις. Ο αντιρατσιστικός δημόσιος λόγος μπορεί να επιδοκιμάζει την πολυπολιτισμική ποικιλομορφία αλλά συγχρόνως να διαπερνάται από μηνύματα αφομοίωσης και μονοπολιτισμικής ομοιογένειας αναπαράγοντας ρατσιστικές θέσεις (Τσάκωνα, Καραχάλιου, Αρχάκης, 2019).

Αν λοιπόν θέλουμε να μιλάμε για μια πολυπολιτισμική κοινωνία, για ένα κόσμο πολυφωνίας και πολυμορφίας, θα πρέπει να είμαστε σίγουρα πιο ευαίσθητοι και προσεκτικοί πολίτες στον κόσμο που οραματιζόμαστε. Θα πρέπει να βρούμε τον τρόπο να γίνουν τα συνθήματα πρακτικές, θα πρέπει να αφουγκραστούμε τον λόγο και να εντοπίσουμε τα καλά κρυμμένα νοήματα και να τα «ενοχλήσουμε».

*Εκπαιδευτικος προσχολικής Αγωγής – πτυχίο Πανεπιστημίου Κύπρου – Μεταπτυχιακός τίτλος στη Διδακτική της Γλώσσας – Πανεπιστημίου Κύπρου.