Άρθρο στη ψηφιακή, συλλεκτική έκδοση του Φιλελευθέρου «Η ΚΥΠΡΟΣ ΤΟ 2024! ΕΤΟΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΩΝ» που διατίθεται δωρεάν μέσω του philenews.com

Η κατάσταση και οι προοπτικές του τραπεζικού συστήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από δύο καθοριστικής σημασίας παράγοντες. Ο ένας βέβαια είναι η γενικότερη κατάσταση της κυπριακής οικονομίας και αντίστοιχα οι προκλήσεις και προοπτικές της. Ο άλλος είναι η δομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα το τραπεζικό σύστημα και η ανθεκτικότητά του στον αντίκτυπο τυχόν αρνητικών προκλήσεων που ιδιοπαθώς δυνατόν να αντιμετωπίσει.

Το οικονομικό περιβάλλον του τραπεζικού συστήματος

Σε ότι αφορά στην γενική κατάσταση της οικονομίας, μπορεί ανεπιφύλακτα να επισημανθεί πως, παρά τις πολύ αρνητικές συγκυρίες που διαμορφώθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια, αποτέλεσμα καθαρά εξωγενούς προέλευσης και αιτίων (πανδημία covid-19, πόλεμος Ρωσίας Ουκρανίας, πληθωρισμός, η πρόσφατη εν εξελίξει μεσανατολική κρίση) η κυπριακή οικονομία χαρακτηρίζεται από πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα (σαφώς καλύτερα από το μέσο όρο της ΕΕ, σε πολλούς καθοριστικής σημασίας δείκτες), διατηρώντας από την μια, εμφανή αναπτυξιακή πορεία και από την άλλη πολύ ψηλά επίπεδα ευσταθούς δημοσιονομικής σταθερότητας.

Οι πιο πάνω επισημάνσεις τεκμαίρονται, προφανέστατα και από τις αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της Κυπριακής Οικονομίας από όλους τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και πλείστες αξιολογήσεις θεσμών της ΕΕ, ενίοτε με πολύ επαινετικά σχόλια. Αναμφίβολα, οι γεωπολιτικές εξελίξεις, ο συνεχιζόμενος πληθωρισμός και οι αβεβαιότητες που διαμορφώνονται (μαζί με σειρά αναμενόμενων πολιτικών εξελίξεων σε σημαντικές  χώρες της ΕΕ, το ΗΒ  και τις ΗΠΑ), αποτελούν πηγή κινδύνων για την παγκόσμια οικονομία και κατ’ επέκταση για την οικονομία της Κύπρου. Ωστόσο τα όσα ήδη σημείωσα για την κατάσταση της κυπριακής οικονομίας, υποδεικνύουν μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στην αντιμετώπιση κινδύνων και προκλήσεων. Η αναπτυξιακή πορεία που θεμελιώθηκε τα δέκα προηγούμενα έτη, συνεχίζεται και εμπεδώνεται τον τελευταίο χρόνο, διασφαλίζουν γερά θεμέλια  ανθεκτικότητας και επομένως δυνατότητες συνέχισης της αναπτυξιακής πορείας και της δημοσιονομικής σταθερότητας.

Η εξυγίανση και ενδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος

Σήμερα το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται, πιθανότατα, στην καλύτερη κατάσταση που βρισκόταν ποτέ από ίδρυσης της Δημοκρατίας. Αυτό είναι αποτέλεσμα των σύντονων εποπτικών μέτρων και των αλλαγών που συντελέστηκαν μετά την κρίση του 2012-2013. Ταυτόχρονα το τραπεζικό σύστημα λόγω της γενικότερης κατάστασης της εγχώριας οικονομίας, λειτουργεί πλέον σε ένα πολύ ευνοϊκό περιβάλλον, υποβοηθητικό της υγιούς και ορθολογικής ανάπτυξής του, η οποία θεμελιώνει την χρηματοπιστωτική σταθερότητα που επικρατεί πλέον και αναγνωρίζεται διεθνώς. Όλα μαζί οδήγησαν, αρχικά, σε μια φυσιολογική κερδοφορία με προφανείς προοπτικές.  Ενισχύθηκε δραστικά και εμφανώς, από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ και EURIBIR για σκοπούς τιθάσευσης του πληθωρισμού εξ αιτίας κυρίως των γνωστών γεωπολιτικών κρίσεων.

Επιπρόσθετα, ο εξορθολογισμός των τραπεζών ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο μέσω της δημιουργίας των Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων (ΕΕΠ). Έχουν καταστεί, πλέον, ένα εξαιρετικό σημαντικό εξάρτημα του χρηματοοικονομικού τομέα στην Κύπρο. Απορρόφησαν, ήδη, πολύ μεγάλο ποσοστό (πέραν του 90%) του αποθέματος των Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων από τους ισολογισμούς (ιδίως των μεγάλων, συστημικών) τραπεζών. Ενισχύεται έτσι η κεφαλαιουχική επάρκεια και δομική ανθεκτικότητα του συστήματος. Ωστόσο,  το πρόβλημα των ΜΕΧ, στις ΕΕΠ, εξακολουθεί να επηρεάζει την κοινωνία και την οικονομία. 

Όλα τα πιο πάνω και ο τρόπος με τον οποίο το τραπεζικό σύστημα απορρόφησε τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας και των εν εξελίξει γεωπολιτικών αναταράξεων, αναδεικνύει την ανθεκτικότητά του σε προκλήσεις ανάλογων διαστάσεων. Τέτοιες οι προκλήσεις υπάρχουν και συνεπάγονται κινδύνους προς διαχείριση.  Από τη μια είναι οι κίνδυνοι που συνδέονται με την εγγενή αβεβαιότητα λόγω των εν εξελίξει γεωπολιτικών προβλημάτων αλλά και προκλήσεις που σχετίζονται με τις επιπτώσεις του πληθωρισμού και της αύξησης των επιτοκίων, αν και το 2024 αναμένεται να είναι η απαρχή της αναστροφής των αυξήσεων αυτών.

Ήδη επισημάνθηκε από την ΚΤΚ (αλλά και άλλους εδώ και μήνες), ο κίνδυνος δημιουργίας νέων ΜΕΧ εξ αιτίας της αύξησης των επιτοκίων (παρά της αναμενόμενης, διεθνώς, έναρξης διαδικασιών μείωσής τους).  Επιπρόσθετα, η αναμενόμενη μείωση των επιτοκίων θα επιφέρει σταδιακή συρρίκνωση της κερδοφορίας, η οποία όμως θα διατηρηθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα, αν οι συγκυρίες στο οικονομικό περιβάλλον δεν εξελιχθούν ιδιαίτερα αρνητικές.

Οι δανειολήπτες

Με δεδομένη την προσπάθεια του τραπεζικού συστήματος για πελατοκεντρικές προσεγγίσεις οι δανειολήπτες αναμένεται να αντιμετωπίζονται στη βάση της εν λόγω προσέγγισης. Ήδη ο τεράστιος όγκος επαναδιαπραγμάτευσης δανειακών συμβάσεων το 2022 και ο ακόμα μεγαλύτερος το 2023, καταδεικνύει τη διάθεση του συστήματος να αυτοπροστατευθεί από κινδύνους δημιουργίας νέων ΜΕΧ.

Ορισμένες κατηγορίες ευάλωτων δανειοληπτών προστατεύονται, επίσης, από τα εφαρμοζόμενα σχέδια της κυβέρνησης. Το ΕΣΤΙΑ και το ΕΝΟΙΚΙΟ ΕΝΑΝΤΙ ΔΟΣΗΣ (ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό μηχανισμό). Επιπρόσθετα σημαντική προστασία θα προέλθει από την εφαρμογή των τροποποιήσεων στον νόμο που καθορίζει τις αρμοδιότητες του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω το 2024, δυστυχώς, θα είναι έτος όχι αμελητέου αριθμού εκποιήσεων. Αυτό είναι αναπόφευκτο και επισυμβαίνει νομοτελειακά, εξαιτίας του τεράστιου αποθέματος ΜΕΧ στις ΕΕΠ, αποτέλεσμα συσσώρευσης δεκαετιών!

Οικονομολόγος, τέως Χρηματοοικονομικός Επίτροπος