Άρθρο στη ψηφιακή, συλλεκτική έκδοση του Φιλελευθέρου «Η ΚΥΠΡΟΣ ΤΟ 2024! ΕΤΟΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΩΝ» που διατίθεται δωρεάν μέσω του philenews.com

Παγκόσμια Οικονομία

Η παρουσία αστάθμητων οικονομικών παραγόντων, όπως ο πληθωρισμός, οι κλιματολογικές αλλαγές, τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και η γεωπολιτική αβεβαιότητα, αναμένεται να συνεχιστούν και να εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά την παγκόσμια οικονομία μέσα στο 2024.

Εν μέσω ενός ολοένα και πιο δυσμενούς γεωπολιτικού σκηνικού, η στροφή προς παραδοσιακά πιο ασφαλείς προορισμούς και η αναζήτηση επενδύσεων, οι οποίες εμπεριέχουν ένα σχετικά χαμηλό επενδυτικό κίνδυνο, θα παραμένει η κύρια προτεραιότητα των διεθνών επενδυτών. Την ίδια στιγμή, αναμένεται ενδιαφέρον για καινούργιες επενδυτικές ευκαιρίες, οι οποίες δημιουργούνται μέσα από τους αναδυόμενους κλάδους της τεχνητής νοημοσύνης και βιώσιμων επενδύσεων.

Όσον αφορά στα επιτόκια, το βασικό σενάριο είναι ότι έχουμε προσεγγίσει ή/και φτάσει στην κορύφωση τους. Παραταύτα, δεν θα πρέπει να αναμένεται σημαντική μείωσή τους μέσα στο 2024.

Στόχος των κύριων Κεντρικών Τραπεζών φαίνεται να είναι η ήπια οικονομική προσγείωση, ελπίζοντας ταυτόχρονα ότι οι αυξήσεις επιτοκίων του 2023 να έχουν πετύχει το σκοπό τους με τις λιγότερες δυνατές επιπτώσεις – να οδηγήσουν αφενός στη μείωση του πληθωρισμού, αποφεύγοντας αφετέρου την οικονομική ύφεση. Κάτι που φαίνεται προς το παρόν να επιτυγχάνεται.

Αυτή η ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας μπορεί να εξηγηθεί από διάφορους παράγοντες. Πρώτον, στο σύνολό τους, οι καταναλωτές μπόρεσαν να βασιστούν στις σημαντικές αποταμιεύσεις, οι οποίες συσσωρευτήκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, καθώς και στην αύξηση μισθών που προηγήθηκαν, για να αντισταθμίσουν τις προκλήσεις από τον αυξημένο πληθωρισμό. Δεύτερον, οι επιχειρήσεις διατήρησαν τα επίπεδα κερδοφορίας χάρη στις αυξημένες τιμές και την κατάλληλη διαχείριση του ισολογισμού τους. Τέλος, οι κυβερνήσεις πήραν πολλές φορές τη σκυτάλη από τις Κεντρικές Τράπεζες, παρέχοντας δημοσιονομική στήριξη, όταν οι νομισματικές συνθήκες το απαιτούσαν, χρησιμοποιώντας τα ιδιαίτερα αυξημένα φορολογικά έσοδα ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού. Γεγονός που έχει μετριάσει σημαντικά τον αντίκτυπο των υψηλών επιτοκίων μέσα από τη συνεχιζόμενη επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, προς την κατεύθυνση της κοινωνικής στήριξης.

Στις ΗΠΑ, μια σειρά φορολογικών μέτρων που λήφθηκαν κατά την πανδημία συνεχίζουν ακόμα. Ενώ σε αυτά προστέθηκαν και πολυετή προγράμματα τόνωσης πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε σχέση με την αύξηση θέσεων εργασίας και μείωση του πληθωρισμού.

Παρομοίως, στην Ευρώπη οι δημοσιονομικές δαπάνες είναι επίσης ιδιαίτερα αυξημένες σε σχέση με την τελευταία δεκαετία, αν και όχι στα επίπεδα που παρατηρούνται στις ΗΠΑ, με το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποτελεί το βασικό δημοσιονομικό εργαλείο.

Κύπρος

Η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει ανθεκτικότητα στις αλλεπάλληλες εξωγενείς οικονομικές, αλλά και συστημικές διαταράξεις. Η δομή, το μέγεθος και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της οικονομίας μας, αλλά κυριότερα ο εξωστρεφής κυπριακός τομέας των υπηρεσιών, όσο και ο τουρισμός, μετριάζουν σημαντικά τις επιπτώσεις από τα εξωγενή σοκ. Την ίδια στιγμή, φαίνεται ότι ενυπάρχει ακόμη ένα σημαντικό απόθεμα από την εποχή των «χρυσών διαβατηρίων», αλλά και ρωσικών χρημάτων, που παρά τη φθίνουσα πορεία τους έχει ακόμη επίδραση στην μικρή κυπριακή οικονομία. Φυσικά αυτό έρχεται με το βαρύτατο τίμημα στο όνομα της πατρίδας μας, το οποίο εξακολουθεί να δυσχεραίνει την προσέλκυση σοβαρών θεσμικών επενδύσεων – κάτι που όμως δεν αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τον επόμενο χρόνο. Η δε εγχώρια ζήτηση φαίνεται να υποστηρίζεται από τον ψηλό βαθμό εργαζομένων που καλύπτονται από την ΑΤΑ, αλλά και από την παρουσία σημαντικού αριθμού ξένων και κυπρίων υπάλληλων υπεράκτιων εταιρειών.

Ως αποτέλεσμα, το βασικό σενάριο για το 2024 είναι η Κύπρος να συνεχίσει να καταγράφει  μεγαλύτερη ανάπτυξη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Όσον αφορά στην κοινωνία, ενισχύονται οι ανησυχίες για επιδείνωση των κοινωνικών δεικτών με σημαντικούς κινδύνους στα θέματα εγχώριας παραγωγής. Καθώς τα μεσαία και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (ιδιαίτερα αυτά που δεν προστατεύονται από την ΑΤΑ) έχουν ήδη επιβαρυνθεί δυσανάλογα με το κόστος της ακρίβειας, ενώ οι τιμές δεν αναμένεται να υποχωρήσουν.

Δημοσιονομικά, μεγαλύτερες προκλήσεις παραμένουν τα μέχρι σήμερα μέτρα χαμηλής έντασης για στήριξη της κοινωνίας (ιδιαίτερα σε σχέση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα), τα οποία θα πρέπει να αναμένεται να ενισχυθούν το επόμενο διάστημα (εν μέσω και των επερχόμενων εκλογών), το αυξημένο επίπεδο όσο και το είδος των δαπανών του δημοσίου, και το αυξημένο κόστος αναχρηματοδότησης του δημοσίου χρέους. Ο συνδυασμός των πιο πάνω, δύναται να προκαλέσει κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού σε περίπτωση μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας.

Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου Cambridge