Το εθνικό συμφέρον του κάθε κράτους, το raison d’ etat της Πολιτείας, είναι ταυτόσημο με όρους ασφάλειας, η παραδοσιακή έννοια της οποίας βασίζεται πρωτίστως στη διατήρηση της κρατικής κυριαρχίας.  Σε ένα διεθνές σύστημα όπου παίκτες εξακολουθούν να παραμένουν τα κράτη, η ανυπαρξία μιας ισχυρής κρατικής οντότητας ως εφαλτήριο των επιδιώξεων ενός λαού αποτελεί τροχοπέδη.   Συνεπώς, η διασφάλιση της κρατικής υπόστασης παραμένει πάντοτε  ύψιστη προτεραιότητα. Κάτι που η κατεχόμενη και υπό την τουρκική απειλή Κύπρος αντιλαμβάνεται πολύ καλά. Κάτι που δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί τον απώτερο στόχο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Δικαιολογημένα, λοιπόν, πρωτοκαθεδρία στην παραδοσιακή εξίσωση ασφάλειας της χώρας μας κατέχει η προστασία της κρατικής οντότητας, η οποία συνήθως μεταφράζεται στην εξωτερική της διάσταση-την προστασία της κυριαρχίας, των κυριαρχικών δικαιωμάτων αλλά και της γεωγραφικής επικράτειας των συνόρων της χώρας από εχθρικές ενέργειες, κυρίως από την Τουρκία. Παρόλα ταύτα, με τα σημερινά δεδομένα της παγκοσμιοποίησης, της κατάργησης εσωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αύξησης των μεταναστευτικών ροών, καμία εξίσωση ασφάλειας δεν μπορεί να παραμείνει η ίδια όπως παλαιότερα, εάν δεν ενσωματώσει την κατάλυση της αυστηρής οριοθέτησης μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας και την αλληλοεπίδραση τους στο πεδίο. Ταυτόχρονα, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε τον παράγοντα της ενδογενούς ανθεκτικότητας, την εσωτερική ικανότητα δηλαδή μιας κοινωνίας να απορροφά επιτυχώς τους κραδασμούς μιας οποιασδήποτε κρίσης ή απειλής ασφάλειας  δια μέσω των εσωτερικών δομών, των θεσμών και της κοινωνικής συνοχής που την χαρακτηρίζει, ως ακόμα ένα πολλαπλασιαστή ισχύος ή πολλαπλασιαστή ρίσκου του κράτους.

 Συνεπώς, το σύγχρονο δίλημμα της ασφάλειας ενός κράτους, το σύγχρονο δόγμα ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατο και πρέπει να αποσαφηνιστεί μέσα από το πρίσμα μιας ολιστικής προσέγγισης, δηλαδή, το πρίσμα της συμπεριληπτικής ασφάλειας (inclusive security). Ενός δόγματος που θα συμπεριλαμβάνει τη συνέργεια της εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας, σημαντική διάσταση της οποίας δεν θα αποτελεί μόνο η κρατική ασφάλεια αλλά και η ασφάλεια των πολιτών, η ανθρώπινη ασφάλεια. Μέσω της οποίας θα διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα στην οικονομική ασφάλεια και ευημερία, στην ασφάλεια των μειονοτήτων/κοινοτήτων, στην ασφάλεια του δικαιώματος ελεύθερης βούλησης και έκφρασης και γενικότερα στην πολιτική ασφάλεια.

Ο σχεδιασμός ενός νέου, συμπεριληπτικού Δόγματος Ασφάλειας

Τα πιο κάτω οφείλουν να ληφθούν υπόψη:

>Πρώτο, οι εξωτερικές κρίσεις δημιουργούν και θα δημιουργούν όλο και συχνότερα εσωτερικές προκλήσεις. Χαριτολογώντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι φταρνίζεται μια χώρα αλλά ασθενεί μαζί της  μια άλλη. Αυτό είναι αναπόφευκτο να συμβεί στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης, για αυτό κι η ολιστική διαχείριση κρίσεων έχει ενσωματωθεί μέσα στην εξίσωση ασφάλειας όλων των σύγχρονων κρατών, όπου, ταυτόχρονα, υπάρχει πρόνοια για περιβαλλοντικές, ενεργειακές, επισιτιστικές κρίσεις κ.ά. Η πανδημία είναι ένα καλό παράδειγμα μιας κρίσης ασφάλειας διαφορετικής υφής και φύσης, όπου ζήσαμε για αρκετό καιρό ένα ανεξέλεγκτο φαινόμενο μιας απροσδόκητης παγκόσμιας κατάστασης εκτάκτου ανάγκης.

Είναι αυτονόητο, λοιπόν, ότι καμία χώρα δεν μπορεί να παραμείνει ανεπηρέαστη ούτε και να ελέγξει εξωγενείς παράγοντες που δημιουργούν κραδασμούς ασφάλειας στο εσωτερικό της. Όμως, έστω κι αν δεν μπορεί να ελέγξει την κρίση, πρέπει να προσπαθήσει να ελέγξει τους κραδασμούς της.

Πρόσφατα, η Κύπρος, ως γειτονική χώρα στο Ισραήλ, κλήθηκε,  μετά τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου, να συνδράμει ως διαμετακομιστικός σταθμός για ξένους υπηκόους προσφέροντας τους διέξοδο, φιλοξενία και ασφάλεια μακριά από μια εμπόλεμη κατάσταση. Την ίδια στιγμή, ως χώρος κατοικίας πολλών Ισραηλινών και Παλαιστινίων, έπρεπε να περιφρουρήσει ανθρώπους και περιουσίες στο δικό της έδαφος. Συνάμα, αύξησε τα επίπεδα επιφυλακής σε θέματα πρόληψης της τρομοκρατίας από μη-κυβερνητικούς δρώντες κι από ‘μοναχικούς λύκους’, που πιθανόν να ήθελαν και να θέλουν να ξεκαθαρίσουν δικούς τους λογαριασμούς επί κυπριακού εδάφους. Παράλληλα, η Κύπρος ανέλαβε το έργο της παροχής ασφάλειας κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων που διοργάνωσαν στο έδαφος της κι οι δύο πλευρές, μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα αντιπαλότητας που μετουσιώθηκε με πολιτικούς όρους τοξικότητας και στο δικό της δημόσιο διάλογο. 

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ένας εξωγενής παράγοντας δημιούργησε απειλές εσωτερικής τάξης και ασφάλειας όχι μόνο για τους πολίτες  αλλά και για όλους όσους βρίσκονταν στη χώρα μας. Λειτούργησε, επίσης, ως πολλαπλασιαστής ρίσκου, αφού η ένταση και η πόλωση που επικράτησε με αφορμή τα πιο πάνω, έφεραν, έστω και προσωρινά, ρήγματα στην κοινωνική συνοχή και επέφεραν επιπρόσθετα καθήκοντα και ανησυχίες στα τοπικά σώματα ασφαλείας.

>>Αυτό ακριβώς μας φέρνει στο δεύτερο σημαντικό σημείο αναφοράς. Αυτό της ενδογενούς ανθεκτικότητας ως παράγωγο της κοινωνικής συνοχής και της αποφυγής της πόλωσης και της ακραίας αντιπαλότητας. Εάν φανταστούμε την κοινωνία μας ως μια γέφυρα που σηκώνει καθημερινά διαφόρων ειδών φορτία, το μεγάλο στοίχημα είναι να είναι φτιαγμένη με τέτοια καλής ποιότητας υλικά και με τέτοια αριστοτεχνία, ώστε να απορροφά τους κραδασμούς και να μην υποχωρεί όταν το φορτίο καταστεί απροσδόκητα πάνω του συνηθισμένου.

Οι εξωτερικές κρίσεις δημιουργούν εσωτερικούς κραδασμούς που υπονομεύουν την εσωτερική συνοχή μιας χώρας και μειώνουν την ενδογενή της ανθεκτικότητα. Παραδείγματος χάριν, το ζήτημα των παράτυπων μεταναστευτικών ροών και της εμπορίας προσώπων που αυτές συνεπάγονται στις πλείστες περιπτώσεις λειτουργεί ως παράγοντας ρίσκου ασφαλείας για την Ευρώπη. Μια εμφύλια σύρραξη σε μια χώρα όπως η Συρία δημιούργησε στην ίδια τη χώρα προκλήσεις σε θέματα ανθρώπινης ασφάλειας και ακολούθησαν μεγάλες μεταναστευτικές ροές προς ασφαλέστερους προορισμούς. Οι εσωτερικές προκλήσεις στη Συρία δημιούργησαν με τη σειρά τους περιφερειακές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο σε επίπεδο εξωτερικής ασφάλειας. Το ισοζύγιο δυνάμεων στην περιοχή επηρεάστηκε με την παρέμβαση της Ρωσίας και του Ιράν σε μια γεωγραφική επικράτεια τόσο κοντά στο Ισραήλ αλλά και στη Μεσόγειο, ενώ δημιουργήθηκαν πολλές πιέσεις μετακίνησης πληθυσμών προς στο ήδη ετοιμόρροπο κράτος του Λιβάνου. Ταυτόχρονα, το μεταναστευτικό λειτούργησε ως εφαλτήριο για τη συνεχή άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και τη μετάλλαξη του πολιτικού σκηνικού στο εσωτερικό της, δημιουργώντας ανησυχίες για την ασφάλεια της πορείας της δημοκρατίας σε επίπεδο κρατών-μελών αλλά και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αναντίρρητα, το συριακό ζήτημα επηρέασε και επηρεάζει, όπως οι ακατάπαυστες μεταναστευτικές ροές των τελευταίων ημερών υποδεικνύουν, ειδικότερα την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε επίπεδο εξωτερικής ασφάλειας, δημιουργεί σοβαρό ζήτημα προστασίας συνόρων. Σε επίπεδο εσωτερικής ασφάλειας, δημόσιας τάξης και κοινωνικής συνοχής, λειτουργεί ως παράγοντας ρίσκου. Οι μεταναστευτικές ροές που δέχτηκε και δέχεται η Κύπρος είναι προφανώς μεγαλύτερες από ότι μπορεί να συντηρήσει ως ενδιάμεσος σταθμός ή από ότι μπορεί (ή επιθυμεί) να ενσωματώσει μακροχρόνια. Ακριβώς για αυτό, προέκυψαν και προκύπτουν εντάσεις που οι τοπικές κοινωνίες δύσκολα απορροφούν και που επιτρέπουν εύφορο έδαφος για τη δράση ακραίων στοιχείων σε διάφορα επίπεδα. Αφενός, γιατί η εμπορία και η εκμετάλλευση προσώπων αποτελεί κομμάτι και πηγή χρηματοδότησης άλλων παρανόμων δραστηριοτήτων επί των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αφετέρου, γιατί άτομα συνήθως επιρρεπή στην παραβατικότητα επικαλούνται βίαιες συμπεριφορές και απροκάλυπτο ρατσισμό ως δείγματα ‘πατριωτισμού’.

>Τρίτο σημείο αναφοράς πρέπει να αποτελεί το ότι οι εξωτερικές κρίσεις  δημιουργούν απειλές αλλά ταυτόχρονα κι ευκαιρίες.  Η αποτελεσματική δράση των εσωτερικών μηχανισμών και δομών των σωμάτων ασφαλείας και του κράτους, ως αντίβαρο στην αντιμετώπιση μιας εξωτερικής κρίσης, μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος για το κύρος, την αξιοπιστία και την εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλεια της χώρας. Η επιτυχημένη ενεργοποίηση από την κυπριακή κυβέρνηση σχεδίων όπως το «Εστία» ή ακόμα πιο πρόσφατα του ανθρωπιστικού διαδρόμου της «Αμάλθειας» (παρά τα τελευταία γεγονότα που τον έχουν προς το παρόν καθηλώσει), τα οποία αφορούν στην αντιμετώπιση ανθρωπιστικών κρίσεων στην περιοχή, έχει καταστήσει την Κύπρο αξιόπιστο εταίρο και σύμμαχο  διεθνών δρώντων, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι σημαντικό το γεγονός πως η Κύπρος έκτισε και συνεχίζει να κτίζει πολιτικό κεφάλαιο με τον τρόπο αυτό. Η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε περιφερειακά ή/και διεθνή σχήματα συνεργασίας που αποτελούν την πλατφόρμα για τέτοιου είδους πρωτοβουλίες είναι σημαντική σε συμβολικό επίπεδο αναγνώρισης της κρατικής υπόστασης της χώρας μας, αλλά και της αναγνώρισης των γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων που μπορεί να προσφέρει στους εταίρους της ως πυλώνας δημοκρατίας, σταθερότητας και αξιοπιστίας στην περιοχή.  

Η εφαρμογή ενός νέου, συμπεριληπτικού Δόγματος

Πρωτίστως είναι αυτονόητο ότι όσο ευρεία και συμπεριληπτική οφείλει να είναι η χαρτογράφηση του διλήμματος της ασφάλειας και η δημιουργία ενός αντίστοιχου δόγματος ασφάλειας, άλλο τόσο ευρεία και συμπεριληπτική οφείλει να είναι η εφαρμογή του δόγματος αυτού επί του πεδίου. Δεν μπορούμε να μιλάμε για δημόσια τάξη χωρίς να την εντάσσουμε στα πλαίσια της δημόσιας ασφάλειας, δεν μπορούμε να μιλάμε για εξωτερικές απειλές ασφάλειας και να παραγνωρίζουμε τις εσωτερικές εστίες ρίσκου που αυτές προκαλούν. Ειδικά στην ασταθή γεωγραφική ζώνη στην οποία βρισκόμαστε. Κάτι που επιβάλλει ένα συμπεριληπτικό μεν, εξωστρεφές δε, δόγμα δημόσιας τάξης και ασφάλειας, με τη συνέργεια όλων των εμπλεκομένων υπουργείων, σωμάτων ασφαλείας, υπηρεσιών πληροφοριών. Κάτι που επιβάλλει ταυτόχρονη και κυρίως προληπτική δράση σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών αλλά και προληπτική δράση σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και προστασίας συνόρων. Μια ολιστική προσέγγιση που απαιτεί ολιστικό αλλά συγκεκριμένο σχεδιασμό επί του εδάφους.

Επιπρόσθετα, ο σχεδιασμός ενός εξωστρεφούς δόγματος ασφάλειας προϋποθέτει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να συμμετέχει ακόμη πιο ενεργά σε διεθνή δίκτυα καταπολέμησης της τρομοκρατίας και του εγκλήματος που συνήθως την χρηματοδοτεί,  όπως έγινε, παραδείγματος χάριν, πρόσφατα με την προσχώρηση μας στη Διεθνή Συμμαχία για την Καταπολέμηση της Εμπορίας των Συνθετικών Ναρκωτικών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και με τη Διεθνή Συμμαχία Ενάντια στην Παράνομη Διακίνηση και Εμπορία Προσώπων της ΕΕ. Χρειάζεται ένα διεθνές δίκτυο για να καταπολεμηθεί ένα άλλο διεθνές δίκτυο. Κι όσο περισσότερο ενδυναμώνονται οι διασυνοριακές δραστηριότητες παράνομων και συνήθως μη κρατικών δρώντων, άλλο τόσο πρέπει να ενδυναμώνονται οι διασυνοριακές συνέργειες, οι κοινές επιχειρήσεις κι η ανταλλαγή πληροφοριών και καλών πρακτικών μεταξύ των κρατών που τις πολεμούν. Είναι, παραδείγματος χάριν, δύσκολο να διαλυθεί ένα δίκτυο διακινητών και λαθρεμπόρων ανθρώπων που εργάζεται στη Συρία και στο Λίβανο χωρίς τη συνδρομή των κυπριακών αρχών αφού η Κύπρος είναι ο κύριος προορισμός αυτών των ατόμων.

Καταληκτικά, δεν μπορούμε να λησμονήσουμε ότι το σημαντικότερο διακύβευμα ασφάλειας είναι το υπαρξιακό πρόβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή  το κυπριακό πρόβλημα και οι απειλές ασφάλειας που προκύπτουν από την παρουσία του τουρκικού στρατού στο κατεχόμενο μέρος του νησιού μας και την ανομία που αυτή διατηρεί κι ενθαρρύνει. Για αυτό, εστιάζοντας στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που μπορεί να προκύψουν από την επιτυχημένη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων ασφάλειας εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτό που πρέπει να είναι πάντοτε το μέλημα μας είναι το πως αυτά απτά μπορούν να εξαργυρωθούν ενισχύοντας όχι μόνο την κρατική υπόσταση της Κύπρου αλλά πάνω απ’ όλα, συμβάλλοντας στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Αυτό πρέπει να γίνει με τρόπο που θα ενισχύσει και θα βελτιώσει την εξίσωση ασφάλειας σε ολόκληρη περιοχή μας, αλλά και με τρόπο που θα ενισχύσει και θα βελτιώσει μακροχρόνια την ανθρώπινη ασφάλεια όλων των Κυπρίων. Ειδάλλως, τα συγκριτικά αυτά πλεονεκτήματα μπορεί να παραμείνουν δώρο άδωρο.

*Τέως Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατία