Το αποτέλεσμα των τοπικών και περιφερειακών εκλογών στη Βρετανία, αν και εν πολλοίς αναμενόμενο, δεν ήταν απλώς ένα πολύ κακό βράδυ για τον Κιρ Στάρμερ. Ήταν η ένδειξη ότι το βρετανικό πολιτικό σύστημα, το οποίο για δεκαετίες οργανωνόταν γύρω από την εναλλαγή Εργατικών και Συντηρητικών, μπαίνει πια σε φάση βαθιάς αποσύνθεσης.
Οι δύο μεγάλοι πόλοι χάνουν έδαφος, με τη δεξιά απαρέσκεια να μετακινείται προς το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ και την αστική, αριστερόστροφη και «αντισυστημική» να κινείται προς τους Πράσινους. Για πολλούς, οι τελευταία είναι μι δύναμη ακόμη πιο επικίνδυνη και ακραία, ως αλλοπρόσαλλη που είναι πολιτικά — στην καλύτερη των περιπτώσεων.
Το Reform UK είναι ο αδιαμφισβήτητος νικητής. Το κόμμα του Φάρατζ κατέγραψε πανηγυρικές νίκες σε τοπικά συμβούλια, κερδίζοντας έδαφος σε συντηρητικά αλλά και εργατικά προπύργια. Ο ίδιος μίλησε για «ιστορική μετατόπιση» στη βρετανική πολιτική.
Η άνοδος του Reform UK έχει πάψει εδώ και πολύ καιρό να προσεγγίζεται από τους αναλυτές ως ψήφος διαμαρτυρίας, απλούστατα διότι έχει πάψει να είναι τέτοια.
Αυτό που κάποτε μεγάλωνε ως απαρέσκεια των ψηφοφόρων της Δεξιάς — κυρίως, αν και όχι μόνο — έναντι των Συντηρητικών, εκφράζει πλέον την οργή των Βρετανών για μια χώρα η οποία βουλιάζει εδώ και αρκετά χρόνια στην αστάθεια, βλέπει τη βία και την εγκληματικότητα να αυξάνονται δραματικά, κυρίως λόγω των μαζικών ροών μονήρων αρρένων μεταναστών από την Αφρική, το Αφγανιστάν και άλλες περιοχές της Κεντρικής Ασίας, όπως βέβαια και από τον αραβικό κόσμο, με προεξάρχουσα τη Συρία.
Εκφράζει ακόμη την απαρέσκεια για την ανοχή που επιδεικνύεται από τις αρχές, τα επιδόματα που λαμβάνουν και τη φιλοξενία τους σε ξενοδοχεία, όπως βέβαια και για την εξάπλωση του ισλαμισμού με no-go areas, τις απροσπέλαστες περιοχές, γκέτο επί της ουσίας, οι οποίες θυμίζουν περισσότερο το Καράτσι και την Καμπούλ παρά βρετανικές πόλεις.
Η οργή έχει βέβαια να κάνει και με το γεγονός ότι η όποια αντίδραση βαφτίζεται ρατσισμός και οδηγεί σε διώξεις Βρετανών, την ώρα που οι ισλαμιστές εκφράζονται ελεύθερα, καλώντας ενίοτε και σε πράξεις βίας μέσω της «τζιχάντ».
Αυτή η τυραννία της πολιτικής ορθότητας και των δύο διαφορετικών κόσμων έχει φέρει ένα μεγάλο μέρος των Βρετανών πολιτών στα όριά του εδώ και χρόνια. Το βασικό επιχείρημα είναι πως, αυτές οι ομάδες δεν έχουν σχέση με τους μετανάστες οι οποίοι για δεκαετίες έφταναν στο Ηνωμένο Βασίλειο, νόμιμα και αφομοιώνονταν, κρατώντας η καθεμία και τη δική της κουλτούρα, αναγνωρίζοντας όμως πως η χώρα είχε τους δικούς της κανόνες και πολιτισμό.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την κακή κατάσταση του Δημοσίου, την τραγική κατάσταση του NHS, του Εθνικού Συστήματος Υγείας, αλλά και τη διάχυτη αίσθηση ότι το Λονδίνο δεν ενδιαφέρεται καν για την περιφέρεια, στην οποία τα προβλήματα είναι ενίοτε πολλαπλάσια, υπάρχουν και στο «απέναντι» κομμάτι: στους «προοδευτικούς» αστούς, την άλλοτε εργατική τάξη και τους αριστερότερα του Κέντρου, το οποίο επίσης εξαφανίζεται.
Εκεί, τα όσα καταγράφονται είναι ακόμη πιο ανησυχητικά, καθώς το κόμμα των Πρασίνων, το οποίο έπαψε προ πολλού να έχει σχέση με αυτό που θα περίμενε κάποιος λογικά, έχει μετατραπεί σε άρμα της ακροαριστεράς, σε κάτι που θέλει να παρουσιάζεται ως λαϊκή εθνική δύναμη και, κυρίως, σε μια κατάσταση τόσο αλλοπρόσαλλη ώστε να υιοθετεί θέσεις ενίοτε αντιφατικές μεταξύ τους, προκειμένου να κερδίσει ό,τι μπορεί.
Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Οι Πράσινοι είναι μακράν το πλέον αντισημιτικό μεγάλο κόμμα στη Βρετανία και την Ευρώπη. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς προκειμένου να τύχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερης εκμετάλλευσης η ψήφος των μουσουλμάνων, των ισλαμιστών και της άκρας αριστεράς, η άνοδος της οποίας είναι εξίσου τρομακτική με εκείνη της ακροδεξιάς και της λαϊκίστικης δεξιάς, όχι μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και αλλού.
Η κατάσταση μάλιστα επιδεινώθηκε ραγδαία με την εκλογή στην ηγεσία του κόμματος ενός… Εβραίου στην καταγωγή, του Ζακ Πολάνσκι (σ.σ. στη φωτογραφία), ο οποίος πολύ σύντομα ξεπέρασε τις επιδόσεις της προκατόχου του στο συγκεκριμένο. Ο Πολάνσκι, έγινε το ανφάν γκατέ του αντισημιτισμού στη χώρα και έχει χαρακτηριστεί πολλές φορές προσβλητικά από Εβραίος ως Kapo — οι άλλοτε, συχνά στυγνοί, κρατούμενοι-επιστάτες των Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης — δεν περιορίζεται στα ρεσιτάλ εναντίον του Ισραήλ, τα οποία στη γενίκευσή τους γίνοντα αντισημιτισμός, αλλά μπορούν να θεωρηθούν ακραία, ενίοτε, πολιτική θέση και ως τέτοια αποδεκτή.
Το πρόβλημα του αντισημιτισμού στους Πράσινους είναι βαθύ και οδηγεί σε αποτροπιαστικά φαινόμενα, τα οποία μέχρι πρότινος ήταν αδιανόητα ακόμη και για την ακροδεξιά. Μετά τη νέα επίθεση με μαχαίρι στο Golders Green εναντίον δύο Εβραίων τις προάλλες, ο Πολάνσκι αναδημοσίευσε ανάρτηση που κατηγορούσε την αστυνομία για βία κατά του υπόπτου. Ο επικεφαλής της Μητροπολιτικής Αστυνομίας χαρακτήρισε την κριτική «ανακριβή και παραπλανητική», ενώ ο Στάρμερ τη χαρακτήρισε «ντροπιαστική».
Ο Πολάνσκι αναγκάστηκε να αποσύρει, λέγοντας ότι μοιράστηκε την ανάρτηση βιαστικά, αλλά η ζημιά είχε γίνει: σε μια περίοδο αυξημένου φόβου για τους Βρετανούς Εβραίους, λόγω της έξαρσης της αντισημιτικής βίας, ο ηγέτης των Πρασίνων φάνηκε περισσότερο πρόθυμος να αμφισβητήσει την αστυνομία παρά να σταθεί καθαρά απέναντι στον ρατσισμό. Το κοινό του, όμως, δεν πτοήθηκε μπροστά στην κάλπη. Το αντίθετο, μάλλον. Και η λίστα με τα περιστατικά αντισημιτικής ρητορικής στον χώρο των Πρασίνων είναι μακρά.
Το δεδομένο είναι πως ο Κιρ Στάρμερ και οι Εργατικοί, σε λιγότερο από δύο χρόνια, από το ιστορικό 33,7% έχουν πέσει στο 15%, κατά την τελευταία δημοσκόπηση, χάνοντας δηλαδή περίπου 18,7%.
Το εάν το αποτέλεσμα των τοπικών εκλογών θα μεταφερθεί αυτούσιο στην κάλπη των επόμενων βουλευτικών, τον Αύγουστο του 2029 κανονικά εκτός εάν η κυβέρνηση πέσει, είναι μια παρακινδυνευμένη προσέγγιση. Αναλόγως των εξελίξεων, μπορεί και να μη συμβεί.
Αυτό, όμως, δεν πάει μόνο προς τη μία πλευρά, εκείνη της μείωσης του ποσοστού των Πρασίνων και του Reform UK. Πάει και προς την άλλη: την αύξηση της δύναμής τους και την τελική τους επικράτηση.