Η Κύπρος καλείται να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές, οι οποίες καθημερινά διογκώνουν το πρόβλημα, καθότι δεν ανταποκρίνονται ούτε στο μέγεθος της χώρας, ούτε στις δυνατότητές της προς απορρόφηση νέων πληθυσμών. Το ζήτημα, ωστόσο, το οποίο προκύπτει, πέραν από τη διαχείριση του προβλήματος αυτού καθ’ αυτού, είναι ο τρόπος, το ύφος και το περιεχόμενο της δημόσιας συζήτησης επί του θέματος. Είναι προφανές ότι ο δημόσιος εκμαυλισμός του μεταναστευτικού δεν συνεπικουρεί στη λύση του προβλήματος. Με άλλα λόγια, η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων στο πλαίσιο μιας αντιπολιτευτικής πρακτικής ελέω προεκλογικής εκστρατείας και με ορίζοντα τις προεδρικές εκλογές του 2028 δε συνιστά οποιαδήποτε συμβολή στην επίλυση του προβλήματος. Το μεταναστευτικό αποτελεί μια εθνική υπόθεση, ένα δεύτερο εθνικό πρόβλημα, το οποίο διολισθαίνει για χάριν μιας ανώφελης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Οι μεταναστευτικές ροές δεν εξαρτώνται από τους χειρισμούς της ΚΔ. Χώρες, όπως, η Τουρκία και ο Λίβανος, παρά τη χρηματοδότησή τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη συγκράτηση των ροών, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, αποτελούν τις βασικότερες αιτίες της διόγκωσης του μεταναστευτικού προβλήματος στην Κύπρο. Αυτό, το οποίο εξαρτάται από τους χειρισμούς των κυπριακών αρχών είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών για μια συνολική διαχείριση του προβλήματος στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι, ακόμα και η αναγκαία διακοπή της χρηματοδότησης προς την Τουρκία και τον Λίβανο δεν θα αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα. Άλλωστε, η πολιτική κατάσταση στο Λίβανο δεν αφήνει πολλά περιθώρια συνεργασίας και διαχείρισης του προβλήματος. Επομένως, η συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής πολυεθνικής δύναμης, η οποία θα περιπολεί τα χωρικά ύδατα της Κύπρου έως και τα χωρικά ύδατα του Λιβάνου με σκοπό την αποτροπή των μεταναστευτικών ροών, αλλά και την επιστροφή τους στην τοποθεσία απ’ όπου ξεκίνησαν, θα αποφορτίσει την Κύπρο από τις αυξανόμενες ροές, ομοίως και την Ευρώπη, ενώ παράλληλα θα σωθούν αμέτρητες ζωές. Με αυτό τον τρόπο, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναλαμβάνει μέρος των ευθυνών που τις αναλογούν.

Σε κάθε περίπτωση, η δημόσια συζήτηση για το μεταναστευτικό διέπεται από επαναληψιμότητες και αναμασήματα, γεγονός που φαίνεται να ενοχλεί την κοινωνία, η οποία είναι η άμεσα επηρεαζόμενη και βιώνει σε καθημερινή βάση τις συνέπειες του προβλήματος. Το μεταναστευτικό προκαλεί αναστάτωση, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, γι’ αυτό και ο διάλογος για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα πρέπει να δομείται στη στοιχειοθέτηση ορθολογιστικών λύσεων και ρεαλιστικής επιχειρηματολογίας μακριά από αντιπολιτευτικούς διασαλπισμούς. Να πέσουν οι τόνοι και να εντατικοποιηθεί μια συντονισμένη και συγκροτημένη προσπάθεια εκ μέρους των πολιτικών δυνάμεων και των θεσμών του κράτους. Να δημιουργηθεί, με άλλα λόγια, ένα εθνικό μέτωπο αντιμετώπισης του προβλήματος. Άλλωστε, μια τέτοια, συνενωτική προσέγγιση των προβλημάτων, τα οποία ταλαιπωρούν τη χώρα, είναι που θα φέρει πιο κοντά την κοινωνία με την πολιτική.

*Πολιτικός επιστήμων, ερευνήτρια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd