Με την επέτειο της 1ης Απριλίου 1955 προβάλλεται και πάλι από μερικούς, ειδικούς και μη, το ερώτημα κατά πόσο η Ένωση ήταν εξωπραγματικός και ανέφικτος στόχος. Ήταν όντως η Ένωση χίμαιρα και ουτοπία;

Ότι η Ένωση ήταν προαιώνιος πόθος των Κυπρίων δεν υπάρχει καμιά αντιλογία. Κάθε επαναστατική κίνηση στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα εθεωρείτο από τους Κυπρίους και δικός τους αγώνας για ένωσή τους με τον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Και συμμετείχαν σ’ αυτήν ως να ήταν και δικός τους αγώνας. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, στον οποίο ανατέθηκε από τις 12 Απριλίου 1820 η αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, δεν άφησε έξω την Κύπρο στους σχεδιασμούς του. Γι’ αυτό άλλωστε, απέστειλε τον Ιούνιο του 1820 στην Κύπρο τον εκ των αποστόλων της Φιλικής Εταιρείας, Δημήτριο Ύπαρχο και είχε συνάντηση με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό ο οποίος του υποσχέθηκε βοήθεια προς τον αγώνα των Ελλήνων. Και στις 8 Οκτωβρίου 1820 ο Υψηλάντης απέστελλε στην Κύπρο τον έμπιστό του, Αντώνιο Πελοπίδα, για να φέρει στην Ελλάδα τη βοήθεια που υποσχέθηκε ο Αρχιεπίσκοπος: χρήματα, τρόφιμα, ζωοτροφές και άλλα εφόδια.

Αλλά και η άφιξη του Κωνσταντίνου Κανάρη στις 19 Ιουνίου 1821 στις βόρειες ακτές της Κύπρου με επτά πλοία, για να μεταφέρει στην Ελλάδα βοήθεια και εφόδια, αλλά και εθελοντές για την Επανάσταση επιβεβαιώνει ότι η Ένωση ήταν όντως προαιώνιος πόθος των Κυπρίων. Ο απαγχονισμός, βέβαια, του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού στις 9 Ιουλίου 1821 και η σύλληψη και αποκεφαλισμός όλων σχεδόν των Κυπρίων ιεραρχών, προυχόντων και προεστών, έφερε το τέλος της οποιασδήποτε έμπρακτης εμπλοκής της Κύπρου στην Επανάσταση του 1821. Η απόσταση της νήσου από την Ηπειρωτική Ελλάδα και η γειτνίασή της προς την Τουρκία και την τουρκοκρατούμενη Συρία δεν άφηναν περιθώρια ανάληψης επαναστατικής δράσης στο νησί. Ωστόσο, χιλιάδες Κύπριοι έφυγαν κρυφά στην Ελλάδα και εντάχθηκαν στις τάξεις των επαναστατημένων Ελλήνων. Και η συμμετοχή από το 1825 Κυπρίων αντιπροσώπων στις εθνοσυνελεύσεις των επαναστατημένων Ελλήνων επιβεβαιώνουν σαφώς τον προαιώνιο πόθο τους για ένωσή τους με την Ελλάδα.

Η έλευση των Άγγλων στο νησί το 1878 ανανέωσε τους πόθους των Κυπρίων για ένωσή τους με την Ελλάδα. Και με αυτή την προσδοκία ο Μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός καλωσόρισε τον πρώτο Άγγλο Ύπατο Αρμοστή, Sir Garnet Joseph Wolseley, κατά την αποβίβασή του στη Λάρνακα στις 22 Ιουλίου 1878. Όπως επίσης και ο Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος κατά την άφιξη του Wolseley στη Λευκωσία στις 30 Ιουλίου. Ακολούθησαν πάμπολλες δράσεις από πλευράς των Ελλήνων της Κύπρου όπως η αποστολή πρεσβειών στο Λονδίνο, η υποβολή υπομνημάτων και ψηφισμάτων στο βασιλιά της Αγγλίας και σωρεία άλλων δράσεων όπως διαδηλώσεων και απεργιών που εξέφραζαν τον πόθο τους για ένωσή τους με την Ελλάδα. Τίποτε φυσικά δεν πέτυχαν σε ό,τι αφορά την πραγματοποίηση του σκοπού τους. Ήταν, όμως, η Ένωση εξωπραγματικός και ανέφικτος στόχος;

Μα και οι ίδιοι οι Άγγλοι είχαν αποδεχτεί την Ένωση ως φυσιολογική κατάληξη των αγώνων των Κυπρίων. Στις 18 Νοεμβρίου 1912 οι Άγγλοι βολιδοσκόπησαν την τότε Ελληνική Κυβέρνηση κατά πόσο ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει ναυτική βάση στην Κεφαλληνία για τις ανάγκες του αγγλικού στόλου, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Κύπρου. Ενώ ο Βενιζέλος αποδέχτηκε την προσφορά, η ολιγωρία που επέδειξε η Ελληνική Κυβέρνηση, μαζί με άλλες ιστορικές συγκυρίες της εποχής οδήγησαν στην απόσυρση των προτάσεων. Η ίδια αυτή πρόταση υποβλήθηκε ξανά με τον πιο επίσημο τρόπο στις 16 Οκτωβρίου 1915 προς τον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη. Η φιλογερμανική, όμως, στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης, και ειδικά του βασιλέα Κωνσταντίου Α’, αλλά και η μαινόμενη διαμάχη μεταξύ βασιλικών-βενιζελικών οδήγησαν την Ελληνική Κυβέρνηση να απορρίψει στις 20 Οκτωβρίου 1915 την πρόταση.

Οι ιστορικές αυτές εξελίξεις επιβεβαιώνουν, αν όχι τι άλλο, ότι ο στόχος της Ένωσης ούτε εξωπραγματικός ήταν ούτε ανέφικτος, αφού και η ίδια η Βρετανία τον είχε αποδεχτεί. Αλλά και το ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950 ήταν πλήρως ευθυγραμμισμένο με τις διεθνείς διακηρύξεις που έγιναν και τις υποσχέσεις που δόθηκαν από τις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι το τέλος του. Να θυμίσουμε ότι η Χάρτα του Ατλαντικού που είχε συμφωνηθεί τον Αύγουστο του 1941 μεταξύ Roosvelt και Churchill, και ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ που την ενσωμάτωσε πλήρως, προνοούσαν σαφώς την άσκηση μετά το τέλος του πολέμου του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των λαών που δεν αυτοδιοικούνταν. Εννοώντας σαφώς τα εδάφη που βρίσκονταν υπό αποικιακό καθεστώς, περιλαμβανομένης και της Κύπρου. Αλλά και οι Άγγλοι για να ενθαρρύνουν τους Κυπρίους να καταταγούν στον αγγλικό στρατό και να πολεμήσουν στο πλευρό τους κατά του Χίτλερ πρόβαλλαν το σύνθημα «…εντασσόμενοι στον αγγλικό στρατό πολεμάτε για την Ελλάδα και τη δική σας ελευθερία».

Άρα η Ένωση δεν ήταν χίμαιρα και ουτοπία. Άλλο αν οι διεθνείς συγκυρίες και η αθέτηση διακηρύξεων και υποσχέσεων από τις μεγάλες δυνάμεις την κατέστησαν ανέφικτη.