Η διασύνδεση της Κύπρου με την Ελλάδα μέσω του Great Sea Interconnector αποτελεί ίσως το σημαντικότερο έργο στρατηγικής υποδομής, το οποίο έχει τεθεί σε εφαρμογή στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια. Το έργο αυτό, το οποίο έχει ενταχθεί από το 2013 στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (Projects of Common Interest) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι κρίσιμο για την ενεργειακή ασφάλεια, τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και τη γεωπολιτική σταθερότητα της Κύπρου.

Το Great Sea Interconnector δεν είναι απλώς μια τεχνική ή εμπορική επιλογή, αλλά αποτελεί ένα στρατηγικό έργο υποδομής με ευρύτερες επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια και την οικονομική ανάπτυξη. Η Κύπρος, ως ένα απομονωμένο ενεργειακά σύστημα, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η διασύνδεση με την Ελλάδα, και μέσω αυτής με την υπόλοιπη Ευρώπη, θα ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου, παρέχοντας πρόσβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας και μειώνοντας την αδυναμία του ενεργειακού μας συστήματος σε κρίσεις ή διαταραχές στις αγορές καυσίμων.

Επιπλέον, η ηλεκτρική διασύνδεση αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αύξηση της διασυνδεσιμότητας των δικτύων ενέργειας των κρατών μελών κατά τουλάχιστον 15% μέχρι το 2030. Η Κύπρος, ως πλήρες μέλος της Ε.Ε., έχει δεσμευθεί να συμβάλει στην επίτευξη αυτού του στόχου. Η υλοποίηση του Great Sea Interconnector θα βοηθήσει τη χώρα να ανταποκριθεί στις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη θέση της ως ενεργειακού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πρέπει να αντιληφθούμε τη διάσταση του έργου ως ένα ευρωπαϊκό έργο στρατηγικής υποδομής, το οποίο όχι μόνο ενισχύει τον ρόλο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και εμβαθύνει το ενεργειακό ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για το ενεργειακό σύστημα της Κύπρου. Η ένταξη της Κύπρου σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίκτυο ενέργειας προσδίδει στη χώρα μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική σταθερότητα, ιδιαίτερα σε μια περιοχή με αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Μακροπρόθεσμα, αυτή η στρατηγική σύνδεση μπορεί μόνο να αποβεί προς όφελος της Κύπρου, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη υποστήριξη και προστασία από την Ε.Ε. απέναντι στις προκλήσεις του περιφερειακού σκηνικού.

Ο χειρισμός των έργων στρατηγικών υποδομών απαιτεί ολιστική προσέγγιση, συνδυάζοντας τεχνολογική καινοτομία με γεωπολιτική οξυδέρκεια. Τα έργα αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται ως βασικοί πυλώνες εθνικής ασφάλειας και οικονομικής ανάπτυξης, απαιτώντας γρήγορη λήψη αποφάσεων και στενή συνεργασία μεταξύ κρατικών φορέων, ιδιωτικού τομέα και τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Η τεχνοοικονομική αξιολόγηση έργων κρίσιμων υποδομών, δεν πρέπει να περιορίζεται σε βραχυπρόθεσμα εμπορικά κριτήρια, αλλά να ενσωματώνει στρατηγικές παραμέτρους όπως η ενεργειακή ασφάλεια και η ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας. Η πολιτική βούληση και η αποτελεσματική διαχείριση είναι κρίσιμα στοιχεία για την επιτυχή υλοποίηση τέτοιων έργων.

Είναι εξίσου σημαντικό να τονιστεί ότι η ενίσχυση της διασυνδεσιμότητας δεν αντιστρατεύεται την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στη χώρα. Αντίθετα, οι δύο αυτές στρατηγικές μπορούν και πρέπει να αναπτυχθούν παράλληλα, καθώς αλληλοσυμπληρώνονται και ενισχύουν η μία την άλλη. Η ύπαρξη αξιόπιστου δικτύου διασύνδεσης με το ελληνικό και κατ επέκταση ευρωπαϊκό δίκτυο, επιτρέπει την καλύτερη ενσωμάτωση των ΑΠΕ στο ηλεκτρικό σύστημα, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις προκλήσεις που προκύπτουν από την αστάθεια και τη μεταβλητότητα της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ.

Η υλοποίηση του Great Sea Interconnector δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνολογικό ή οικονομικό εγχείρημα, αλλά ένα ζωτικής σημασίας βήμα για τη διασφάλιση της ενεργειακής ανεξαρτησίας και της γεωπολιτικής σταθερότητας της Κύπρου. Είναι επιτακτική ανάγκη να προχωρήσει η κυπριακή πλευρά άμεσα και αποφασιστικά, ξεπερνώντας οποιαδήποτε εσωτερική κωλυσιεργία, προκειμένου να υλοποιηθεί αυτό το στρατηγικό έργο το συντομότερο δυνατό. Η καθυστέρηση στην υλοποίηση του έργου ενέχει τον κίνδυνο να χάσει η Κύπρος τη δυναμική που έχει δημιουργηθεί, με σημαντικές συνέπειες όχι μόνο για την ενεργειακή της ασφάλεια αλλά και για τη θέση της στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Ήρθε η ώρα να δούμε τη μεγάλη εικόνα και να αναγνωρίσουμε ότι η στρατηγική σημασία του έργου υπερβαίνει τα όποια στενά εμπορικά κριτήρια. Είναι ένα έργο που αξίζει την πλήρη υποστήριξή μας και τη γρήγορη υλοποίηση του για το μέλλον της Κύπρου.

*Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνική Σχολή, Πανεπιστήμιο Frederick.