Το 2025 η Κύπρος κατατάχθηκε τελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση στον Δείκτη Ισότητας των Φύλων της EIGE, με βαθμολογία 47,6 στα 100. Δεν πρόκειται για μια «κακή χρονιά», ούτε για στατιστικό ατύχημα. Είναι το αποτύπωμα μιας κοινωνίας που, παρά τις διακηρύξεις προόδου, συνεχίζει να λειτουργεί με πατριαρχικούς κανόνες, αναπαράγοντας ανισότητες εις βάρος του μισού πληθυσμού της. Αυτή η πραγματικότητα δεν είναι αφηρημένη· είναι βαθιά υλική, καθημερινή και πολιτική.
Όπως τεκμηριώνει με ακρίβεια η Caroline Criado Perez στο «Invisible Women», ζούμε σε έναν κόσμο σχεδιασμένο από άντρες και για άντρες. Ο «άντρας ως προεπιλογή», το λεγόμενο male default, δεν είναι ιδεολογικό σύνθημα, αλλά δομικό χαρακτηριστικό των πολιτικών, των υποδομών και των αποφάσεών μας. Από τη θερμοκρασία στους χώρους εργασίας, που ρυθμίζεται με βάση τον «μέσο 40χρονο άντρα 70 κιλών», μέχρι την οδική ασφάλεια, όπου οι γυναίκες είναι 47% πιο πιθανό να τραυματιστούν και 17% πιο πιθανό να χάσουν τη ζωή τους επειδή τα ανδρείκελα δοκιμών (ομοιώματα ανθρώπων) σχεδιάστηκαν για ανδρικά σώματα. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ανισότητα εγγράφεται στο σώμα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνεται η ανισότητα ακόμα και στο δικαίωμα της ζωής.
Η ανισότητα ξεκινά νωρίς. Έρευνες δείχνουν ότι μετά την ηλικία των 9 ετών, τα κορίτσια αποσύρονται από πάρκα και δημόσιους χώρους, όχι επειδή «δεν τους αρέσει το παιχνίδι», αλλά επειδή οι χώροι αυτοί καταλαμβάνονται και διεκδικούνται από αγόρια, ενώ τα κορίτσια μαθαίνουν σιωπηρά ότι πρέπει να ανταγωνιστούν για να υπάρξουν. Η κοινωνία μας τα εκπαιδεύει από νωρίς στο να κάνουν λιγότερο θόρυβο, να πιάνουν λιγότερο χώρο, να ζητούν λιγότερα.
Στην Κύπρο του 2025, η ανισότητα έχει και πρόσωπο και αριθμούς. Το 43% των γυναικών με παιδιά 0-11 ετών αφιερώνει πάνω από 5 ώρες την ημέρα στη φροντίδα τους, έναντι μόλις 15% των ανδρών. Το 62% των γυναικών κάνει καθημερινά οικιακές εργασίες, δημιουργώντας ένα χάσμα χρόνου που δεν είναι «προσωπική επιλογή», αλλά κοινωνική επιβολή. Κατά μέσο όρο, οι γυναίκες εργάζονται 11 ώρες περισσότερες την εβδομάδα σε απλήρωτη φροντίδα και οικιακή εργασία. Αυτός ο κλεμμένος χρόνος μεταφράζεται σε χαμένες ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης, σε λιγότερο χρόνο για υγεία, ξεκούραση, συμμετοχή στα κοινά. Γιατί αναρωτιόμαστε γιατί το χάσμα διαιωνίζεται;
Το μισθολογικό χάσμα είναι εξίσου αποκαλυπτικό. Μέχρι το 2024, ο μέσος ακαθάριστος μισθός των ανδρών ανερχόταν στα 2.679 ευρώ, ενώ των γυναικών στα 2.267, μια διαφορά 15%. Στην πράξη, με ποσοτικούς όρους, οι γυναίκες δουλεύουν περίπου δύο μήνες τον χρόνο δωρεάν (!). Το παράδοξο είναι ότι σε τομείς όπου οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα, όπως η Εκπαίδευση και η Υγεία, το χάσμα βαθαίνει: Στην Εκπαίδευση, 3.214 ευρώ για τους άνδρες έναντι 1.954 για τις γυναίκες· στην Υγεία, 2.833 έναντι 1.888. Αυτό δεν είναι «αγορά», είναι συστημική υποτίμηση, είναι η ανισότητα σε όλο της το μεγαλείο.
Η φτώχεια έχει, επίσης, φύλο. Η Κύπρος είναι από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες όπου οι γυναίκες εργάτριες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας (33%) από τους άνδρες (14%). Για τις μετανάστριες, η εξάρτηση της βίζας από τον εργοδότη δημιουργεί παγίδες σιωπής και κακοποίησης. Η ανισότητα εδώ μετατρέπεται σε ευθεία παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Και όμως, οι αποφάσεις συνεχίζουν να λαμβάνονται ερήμην των γυναικών. Στο κυπριακό Κοινοβούλιο, οι γυναίκες αποτελούν μόλις το 14,3%. Στα υπουργεία, το 17%. Από τους 20 δημάρχους, μία μόνο είναι γυναίκα. Χωρίς ουσιαστική εκπροσώπηση είναι, επίσης, οι πολιτικές δημόσιας υγείας, ο πολεοδομικός σχεδιασμός, ακόμη και τα «μικρά» καθημερινά, όπως το αν θα υπάρχουν δωρεάν προφυλακτικά ή προϊόντα έμμηνης ρύσης, συνεχίζουν να αντανακλούν ανδρικές προτεραιότητες. Οι ποσοστώσεις φύλου στα κοινωνικά, διοικητικά και πολιτικά σύνολα, δεν είναι προνόμιο, όπως πολλές φορές παρουσιάζεται, αλλά ένα μεταβατικό εργαλείο εκδημοκρατικοποίησης της κοινωνίας.
Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν μπορούμε να μιλάμε για ισότητα χωρίς να μιλάμε για βία. Το 36% των γυναικών στην Κύπρο έχει υποστεί φυσική ή σεξουαλική βία. Το 76% των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας είναι γυναίκες, με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία τους. Αυτά τα ποσοστά δεν είναι «ιδιωτικές υποθέσεις». Είναι πολιτική αποτυχία.
Η μεγάλη πλειονότητα της κυπριακής κοινωνίας αναπαράγει πατριαρχικές και μισογυνικές συμπεριφορές, συχνά ασυνείδητα, συχνά μέσα από τη συλλογική σιωπή. Το ζητούμενο δεν είναι να «δείξουμε με το δάχτυλο», αλλά να αλλάξουμε κατεύθυνση. Να καλλιεργήσουμε μια κουλτούρα σεβασμού και εκτίμησης της γυναίκας, που δεν τη χλευάζει, δεν τη φορτώνει με το αόρατο βάρος της φροντίδας, δεν τη θέλει παρούσα μόνο ως εξαίρεση.
Η τελευταία θέση δεν μας τιμά. Μπορεί, όμως, να γίνει αφετηρία. Με πολιτικές για ίση αμοιβή, καθολική φροντίδα, προστασία από τη βία, ουσιαστική εκπροσώπηση. Με δεδομένα, χρηματοδότηση και κυρίως πολιτική βούληση που όχι απλώς εκλείπει από τις κυβερνήσεις του ΔΗΣΥ και την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη όλα αυτά τα χρόνια, αλλά αντίθετα συνεχίζει να αναπαράγει, να συντηρεί και να επικροτεί το μισογυνισμό μέσα σε μια κοινωνία που ποτέ κανείς δεν φαίνεται να νοιάστηκε πραγματικά για αυτήν. Η ισότητα δεν είναι «γυναικείο ζήτημα», είναι μέτρο δημοκρατίας και σε αυτό το μέτρο, η Κύπρος οφείλει -και μπορεί- να κοιτάξει και να κινηθεί μπροστά.
Όλοι οι ενσυνείδητοι πολίτες της Κύπρου, οφείλουμε να αγωνιστούμε για την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης. Μιας κατάστασης που δεν τιμά τη χώρα και την κοινωνία μας. Η έμφυλη ανισότητα, δεν είναι ένα «γυναικείο ζήτημα» είναι ένα ζήτημα που μας αφορά όλους. Αφορά τη γενιά μας, αφορά, όμως, και τις γενιές που θα ακολουθήσουν. Είναι δική μας επιλογή ποια κοινωνία θα αφήσουμε πίσω μας.
*Μέλος Κοινωνικής Συμμαχίας