Γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι η ισχύς ενός κράτους στον 21ο αιώνα δεν μετριέται πλέον μόνο με το γεωγραφικό μέγεθος ούτε με τον πληθυσμό του, αλλά με την ικανότητά του να οργανώνει, να αναπτύσσει και να επεκτείνει την ψηφιακή του ισχύ ως προέκταση της κρατικής του υπόστασης.

Στη σύγχρονη διπλωματία, η ψηφιακή πρωτοπορία είναι πολλαπλασιαστής ισχύος. Το τεχνολογικό αποτύπωμα ενός κράτους μεταφράζεται σε επιρροή, σε αξιοπιστία και σε ανθεκτικότητα: Η Εσθονία, μια χώρα λίγο μεγαλύτερη από την Κύπρο, αξιοποίησε την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης ως εξαγώγιμη τεχνογνωσία και ως διπλωματικό κεφάλαιο για ολόκληρη την ΕΕ· το Ισραήλ έχει μετατρέψει την καινοτομία σε στρατηγικό πλεονέκτημα, εξάγοντας εφαρμογές αιχμής και αμυντικές τεχνολογίες· η Ιρλανδία λειτουργεί ως ευρωπαϊκός κόμβος φιλοξενίας υποδομών δεδομένων και ιδιωτικών clusters υψηλής τεχνολογίας· ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια, μέσω της τεχνολογικής ανάπτυξης, κατάφεραν να διαψεύσουν τις προβλέψεις που ήθελαν την Κίνα να τις ξεπερνά σε ΑΕΠ. Η Κίνα, από την άλλη, χρησιμοποιεί εκτεταμένα την εξαγωγή hardware (π.χ. δικτύων και βάσεων δεδομένων) για να ενισχύσει την επιρροή της χώρες του παγκόσμιου νότου.

Στην Κύπρο, συχνά υπογραμμίζουμε τη στρατηγική μας θέση· εντούτοις, η στρατηγική θέση, εάν δεν συνοδεύεται από στρατηγικό σχεδιασμό, όπως απέδειξε η πρόσφατη ιστορία μας, μετατρέπεται σε μειονέκτημα.

Σήμερα ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου οι κρίσεις όχι μόνο είναι ξαφνικές αλλά και διαδοχικές και όπου μια κυβερνοεπίθεση ή μια φυσική καταστροφή μπορεί να παραλύσει κρίσιμες λειτουργίες του κράτους.

Εδώ ακριβώς εντάσσεται η συζήτηση για πρεσβείες ψηφιακών δεδομένων (data embassies). Ένας όρος που παρουσιάστηκε από την Εσθονία την προηγούμενη δεκαετία, η οποία, μετά από σειρά κυβερνοεπιθέσεων που δέχθηκε, δημιούργησε την πρώτη πρεσβεία ψηφιακών δεδομένων στο Λουξεμβούργο, με τη σύναψη διακρατικής συμφωνίας στη βάση της Συνθήκης της Βιέννης για τις διπλωματικές σχέσεις του 1963. Επί της ουσίας, μια πρεσβεία ψηφιακών δεδομένων έχει ως στόχο τη διασφάλιση της συνέχειας του κράτους μέσω της φιλοξενίας κυρίαρχων ψηφιακών υποδομών μιας χώρας στο έδαφος μιας άλλης, υπό συγκεκριμένο νομικό καθεστώς που κατοχυρώνει τον απόλυτο έλεγχο του αποστολέα επί των συστημάτων και των δεδομένων του.

Το στρατηγικό πλεονέκτημα που οι πρεσβείες ψηφιακών δεδομένων για την Κύπρο εδράζονται στην ιδέα της αλληλεξάρτησης ασφάλειας. Όταν άλλα κράτη εναποθέτουν ζωτικές λειτουργίες συνέχειας σε υποδομές που εδρεύουν στην Κύπρο, τότε οποιαδήποτε αποσταθεροποίηση του νησιού παύει να είναι μόνο κυπριακό ζήτημα και μετατρέπεται σε περιφερειακή απειλή. Αυτό δημιουργεί ισχυρά κίνητρα σε πολλαπλούς δρώντες για την προστασία αυτού του κόμβου.

Αυτού του τύπου η αλληλεξάρτηση λειτουργεί ως σύγχρονη μορφή αποτροπής, καθώς αυξάνει το κόστος πολιτικών ή υβριδικών ενεργειών που θα στόχευαν κυπριακών υποδομών και τη σταθερότητα του νησιού. Και εδώ η Κύπρος μπορεί να αναδειχθεί ως ιδανική έδρα για την Ανατολική Μεσόγειο, όχι μόνο λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής της θέσης, αλλά και επειδή προσφέρει το κρίσιμο στοιχείο που ζητά κάθε κράτος όταν μιλά για κυρίαρχα δεδομένα: Την εμπιστοσύνη, που δεν στηρίζεται σε κάποιο αφήγημα ή σε κάποιο σύμφωνο συναντίληψης, αλλά στο ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ. Οι πρεσβείες ψηφιακών δεδομένων προϋποθέτουν διμερείς συμφωνίες που ορίζουν δικαιοδοσία, έλεγχο και ασυλίες, εγκαθιδρύοντας ένα καθεστώς ψηφιακής απαραβιαστότητας αντίστοιχο με εκείνο των φυσικών διπλωματικών εγκαταστάσεων. Και ακριβώς σε αυτό το πεδίο η Κύπρος διαθέτει το απόλυτο συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς το ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας δεδομένων και το ρυθμιστικό περιβάλλον της παρέχουν ένα επίπεδο νομικής ασφάλειας και προβλεψιμότητας που δεν είναι σε θέση κανένα άλλο κράτος της περιοχής να προσφέρει.

Σε έναν κόσμο όπου τα κράτη μπορούν να τεθούν εκτός λειτουργίας ψηφιακά, η χώρα που εγγυάται τη συνέχεια μετατρέπεται σε παράγοντα σταθερότητας. Για την Κύπρο, οι πρεσβείες ψηφιακών δεδομένων είναι ένας πρακτικός μηχανισμός ενίσχυσης της εθνικής ασφάλειας.