Όταν τον περασμένο Σεπτέμβριο το Δημοσιονομικό Συμβούλιο καλούσε την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει σοβαρά την κλιματική κρίση, προειδοποιώντας ότι το κόστος της κλιματικής αλλαγής και της ενεργειακής μετάβασης δεν έχει ενσωματωθεί στον δημοσιονομικό σχεδιασμό (με δυνητικές δαπάνες που μπορεί να ξεπεράσουν τα 3,4 δισ. ευρώ) προφανώς δεν ήχησε κανένα καμπανάκι στο Προεδρικό.

Στην Κύπρο του 2026, το νερό μετατρέπεται σταδιακά σε προϊόν πολυτελείας και η ενεργειακή φτώχεια σε βασικό κοινωνικό πρόβλημα. Περίπου 50.290 νοικοκυριά, δηλαδή το 15,1 % των νοικοκυριών, δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ενεργειακές ανάγκες. Κι όμως, η κυβερνητική ρητορική συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από λέξεις όπως «ρεαλισμός», «σταθερότητα» και «υπευθυνότητα», προβάλλοντας τεχνικές λύσεις —αφαλατώσεις, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, έργα— ως υποκατάστατο μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής, περιβαλλοντικής και ενεργειακής στρατηγικής.

Ο προϋπολογισμός του 2026 σφραγίζει αυτή τη λογική. Το περιβάλλον παραμένει υποσημείωση και όχι προτεραιότητα, ενώ τα κονδύλια για πρόληψη, προσαρμογή και κοινωνική προστασία είναι ανεπαρκή. Η κυβέρνηση διαφημίζει τα 140 εκατ. ευρώ για αφαλατώσεις ως ένδειξη αποφασιστικότητας, αποσιωπώντας ότι πρόκειται για λύση ανάγκης που προέκυψε από χρόνια αδιαφορίας: διαλυμένα δίκτυα, απουσία πολιτικής εξοικονόμησης, υποβάθμιση υδροφορέων. Αντί όλων αυτών, επιλέγουμε έναν ακριβό, ρυπογόνο επίδεσμο.

Οι αφαλατώσεις παρουσιάζονται ως τεχνική απάντηση στην υδατική κρίση, όμως είναι από τις πιο ενεργοβόρες υποδομές του κράτους. Σε ένα ενεργειακό σύστημα εξαρτημένο από εισαγόμενα καύσιμα και με ανεπαρκή διείσδυση ΑΠΕ, το κόστος παραγωγής νερού μεταφράζεται απευθείας σε κόστος ηλεκτρισμού. Το αποτέλεσμα είναι κοινωνικά άδικο: ακριβό νερό, ακριβό ρεύμα και λογαριασμοί που πιέζουν τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.

Η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι παράπλευρη απώλεια της πράσινης μετάβασης, είναι το μέτρο της αποτυχίας της όταν σχεδιάζεται χωρίς κοινωνική πυξίδα. Όταν χιλιάδες νοικοκυριά αδυνατούν να θερμάνουν ή να δροσίσουν τα σπίτια τους, όταν οι λογαριασμοί ηλεκτρισμού απορροφούν δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος και όταν η πρόσβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας παραμένει προνόμιο όσων μπορούν να επενδύσουν σε φωτοβολταϊκά ή ενεργειακές αναβαθμίσεις, τότε η πράσινη μετάβαση μετατρέπεται σε μηχανισμό διεύρυνσης των ανισοτήτων. Χωρίς στοχευμένες πολιτικές στήριξης, δημόσιες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές και κοινωνική τιμολόγηση, η μετάβαση κινδυνεύει να γίνει κοινωνικά άδικη και πολιτικά εύθραυστη. Η κλιματική πολιτική που δεν μειώνει την ενεργειακή φτώχεια δεν είναι βιώσιμη, είναι απλώς λογιστικά «πράσινη».

Για το ΑΚΕΛ η απάντηση βρίσκεται σε μια πραγματικά δίκαιη μετάβαση. Ένα σχέδιο που προστατεύει τους πιο ευάλωτους, μειώνει τις ενεργειακές και υδατικές ανισότητες και επενδύει σε καθαρές λύσεις χωρίς να εκτοξεύει το κόστος στα νοικοκυριά. Προϋποθέτει ουσιαστική εξοικονόμηση νερού: μείωση των απωλειών στα δίκτυα, επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένου νερού, κίνητρα για πιο αποδοτική γεωργική και οικιακή χρήση. Σοβαρή εξοικονόμηση ενέργειας μέσω δημόσιων επενδύσεων σε ΑΠΕ και ενεργειακών κοινοτήτων, ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, και έξυπνα δίκτυα που μειώνουν μόνιμα το κόστος για τα νοικοκυριά. Ισχυρή κοινωνική προστασία με στοχευμένη στήριξη των πιο φτωχών νοικοκυριών, ώστε η μετάβαση σε καθαρές λύσεις να μη μετατραπεί σε ακόμη έναν μηχανισμό αποκλεισμού. Προστασία του φυσικού κεφαλαίου και ενίσχυση της ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση.

Η δίκαιη μετάβαση δεν είναι σύνθημα. Είναι πολιτική επιλογή. Σημαίνει να σταματήσουμε να πληρώνουμε για την καταστροφή της φύσης και να αρχίσουμε να επενδύουμε στην προστασία της. Γιατί χωρίς νερό, φθηνή, καθαρή ενέργεια και προστατευμένο περιβάλλον, δεν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη.Και κάπως έτσι φτάνουμε ξανά στην ουσία. Η κυβέρνηση παρουσιάζει πλεονάσματα και δείκτες που «χαμογελούν». Οι πολίτες, όμως, πληρώνουν. Το νερό παράγεται με ρεύμα που δεν αντέχεται, η ενεργειακή φτώχεια βαφτίζεται «μεταβατικό στάδιο» και η πράσινη μετάβαση μένει στα λόγια. Και ο τόπος μας; Μετατρέπεται σε ένα ‘παράδεισο’, ακριβό, ρυπογόνο και ολοένα λιγότερο βιώσιμο για όσους ζουν εδώ.

*Περιβαλλοντολόγος, Επικεφαλής του Τομέα Βιώσιμης Ανάπτυξης και Αειφορίας της Κ.Ε. ΑΚΕΛ