Στάθηκα έκπληκτος μπροστά σε ένα χρυσό δακτυλίδι  με ένα ζωγραφιστό – πάνω σε σμάλτο – μάτι στον πυρήνα του, κυκλωμένο με ζαφείρια. Αλλόκοτη εντύπωση που συγκινεί εντούτοις.

Είναι το δακτυλίδι που κοιτάζει, που σε κοιτάζει. Ένα στεφάνωμα του βλέμματος θα έλεγα και μια υπόσχεση παράλληλα. Κοσμηματοποιία και ζωγραφική συνεργούν σε μια σχέση πλαισίου και περιεχομένου προκειμένου να απαντήσουν στο ζητούμενο: την κόσμηση του σώματος.

Ένα δακτυλίδι που κοιτάζει. Ο René Descartes, πιστεύοντας πως η αιφνιδιαστική εντύπωση αποτελεί το πρώτιστο πάθος, θα το αποκαλούσε αντικείμενο έκπληξης. «Πάθος που να είναι αντίθετο στο θαυμασμό δεν υπάρχει» υποστηρίζει (…) «Ο θαυμασμός είναι μια αιφνίδια έκπληξη που δοκιμάζει η ψυχή και εξαιτίας της στρέφεται στην προσεκτική παρατήρηση των αντικειμένων που θεωρεί σπάνια και ασυνήθη».

O Giorgio Agaben, με μια πολύ μεταγενέστερη αντίληψη, θα το όριζε ως αντικείμενο γούστου. Αντιλαμβανόμενος το γούστο ως πράξη διάκρισης και κατ’ επέκταση προτίμησης, ως ειδική μορφή γνώσης, ως «ένα γνωρίζειν που απολαμβάνει την ομορφιά», θα προσέδιδε σε ένα τέτοιο αντικείμενο το προνόμιο της ορατής ευφραντικής προφάνειας.

Το δακτυλίδι της Μαραθοβουνιώτη ανήκει αναμφίβολα στα αντικείμενα που βλέπουν. Είναι προικισμένο με εξωστρέφεια και άνοιγμα στον άλλον. Είναι παρόλα αυτά ταγμένο να επιτελεί ένα λειτούργημα, πέραν αυτού της κόσμησης. «Κομίζει» τη ζωγραφική.

Κομίζει μια περίτεχνη εικόνα στην ελάχιστη μορφή της: μια μινιατούρα. Αν εστιάσουμε στην τελεολογία του εν λόγω αντικειμένου, αγνοώντας κάθε τύπου στόχευση ή ερμηνεία και όντας ικανοί να αντιληφθούμε την αποβλεπτικότητα που του εγγυάται ένα άλλο, βαθύτερο και λιγότερο προφανές νόημα -πρόκειται για peinture errante-, τότε το αντικείμενο μπορεί να ιδωθεί ως ορατό σχήμα και ως ενδόκοσμο γεγονός παράλληλα.   

Δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορούσα να υιοθετήσω την αρχή της φαινομενολογίας σύμφωνα με την οποία κάθε τι που δίνεται δεν μπορεί παράλληλα να δείχνεται. Το δακτυλίδι της Μαραθοβουνιώτη απαντά χωρίς αμφιβολία και στις δύο προτροπές. Προσφέρεται αβίαστα ως κάτι ορατό και γνώριμο ενώ συνάμα υποθάλπει και αποκαλύπτει κάτι αόρατο.

«Στη ζωγραφική – στην υψηλή ζωγραφική – τίποτε δεν χάνεται όταν δεν βλέπεται. Προστατευόμενο στο πλαίσιο του πίνακα, το ορατό αίρει όλες τις επιφυλάξεις του έναντι της όρασης» επισημαίνει ο Jean-Luc Marion αναφερόμενος στα έργα μικρής κλίμακας του Klee. Σχολιάζοντας τη στενότητα που κάθε υλικό πλαίσιο συνεπάγεται, επισημαίνει ότι «αυτή κάλλιστα επιτρέπει στο ορατό να πλανηθεί στο κενό του αθέατου ή του λιγότερο ορατού».

Έτσι γίνεται και με το δαχτυλίδι-μάτι. Πλαισιωμένο από χρυσό και πέτρες, αυτό ανοίγεται σε ερμηνείες πρώτες, δεύτερες και τόσες άλλες μέχρι που να εμπέσει στην τάξη της υπόσχεσης. Αυτό που δείχνει και αυτό που φαίνεται συνιστούν μονάχα τη βεβαιότητα του ορατού. Υπάρχει όμως κάτι άλλο που αξιώνει να φανερωθεί: “το αντικείμενο που ακόμη δεν είναι” όπως θα έλεγε ο Marion και που η έκπληξη, ο θαυμασμός, το σάστισμα παρεμποδίζουν την εκδήλωση του.  

Για την Πηνελόπη Μαραθωβουνιώτη

Μεγάλωσε ακούγοντας ιστορίες για το μεταλλείο της Σκουριώτισσας. Το χωριό της, η κατεχόμενη Πέτρα, ήταν κάτω από το μεταλλείο. Στα παλιά χρόνια, παράλληλα με την εξόρυξη χαλκού γινόταν και αντίστοιχη χρυσού. Σπουδαίοι τεχνίτες – κοσμηματοποιοί φημισμένοι για τις δεξιότητες τους καταγόντουσαν από την περιοχή. Αργότερα, πολλοί από αυτούς προσκλήθηκαν για εργασία στην Ελλάδα.

Φοίτησε στη σχολή Μokume στην Αθήνα την περίοδο 2002-2005. «Πάντα ήθελα να κάτσω σε πάγκο»” λέει επισημαίνοντας την ανάγκη προσήλωσης  και ευθύνης απέναντι στο δημιουργικό εγχείρημα. Σύμφωνα με την ίδια η εμπειρία σε τεχνικό επίπεδο αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση για ένα εφικτό σχεδιασμό κοσμήματος.

Κλείνει σχεδόν 20 χρόνια δημιουργικής πορείας στον χώρο σχεδιασμού και παραγωγής κοσμήματος αντλώντας ακατάπαυστα γνώσεις, ιδέες και έμπνευση από  την ιστορία και την παράδοση του τόπου.

Φυτά, λουλούδια, φρούτα, έντομα, πουλιά και τόσα άλλα σκαλίζονται σε διάφανες πέτρες (intaglio) για να δεθούν με χρυσό. Πρόκειται για τη νέα σειρά δημιουργιών της με τίτλο Sens of Cyprus.

Ανάμεσα στις δημιουργίες της η ίδια ξεχωρίζει ένα βραχιόλι καμωμένο με την αρχαία τεχνική της συρματερής (filigree). Ξεχωρίζει επίσης το δακτυλίδι με καμέο και εξώγλυφο στάχυ σε πορτοκαλί αχάτη. Τα εξώγλυφα μοτίβα στα κοσμήματα  της συναντά κανείς στη νεκρή ζώνη.

Πιστεύει ότι δημοφιλέστερο κόσμημα στην προτίμηση των πελατών είναι το μενταγιόν αφού εύκολα φοριέται ή δωρίζεται.

Τα θρησκευτικά σύμβολα κρατούν την πρωτιά στις πωλήσεις. Ιδιαίτερα η Παναγία η ορθόδοξη από τη σειρά Meanings (σμάλτα ζωγραφισμένα με φακό στο χέρι λόγω πολύ μικρής κλίμακας).

Η βέρα γοητεύει ακόμα τον αγοραστή μέσα από τη φόρμα και το συμβολισμό της.

Όσον αφορά στην γκάμα των ορυκτών, προτείνει κυρίως τον τανζανίτη σε όλες τις τονικές του διαβαθμίσεις. Δεν αποκλείει τα ρουμπίνια, τα σμαράγδια και τα ζαφείρια.

Πιστεύει ότι καταλληλότερο τμήμα του σώματος να φιλοξενήσει κοσμήματα είναι τα χέρια.

Θεωρεί τα σκουλαρίκια ως τα δυσκολότερα στην κατασκευή, αφού η ίδια ακολουθεί την τεχνική του filigree.

Σε παλαιότερες εποχές οι άντρες συνήθιζαν να φορούν κοσμήματα, κυρίως τις γνωστές «αντίκες». Τις υποστήριζαν. Ήταν καθαρά ζήτημα χαρακτήρα και εικόνας.

Δεν είναι σίγουρη αν τα faux bijoux δημιούργησαν αξιακό χάσμα ανάμεσα σε αυτό που λέγεται ψευδοκόσμημα και το γνήσιο κόσμημα. Πιστεύει ότι η επιλογή ενός κοσμήματος είναι θέμα γούστου και παιδείας παράλληλα. Πιστεύει επίσης ότι το αυθεντικό κόσμημα αποτελεί επένδυση, το faux bijou μια πρόσκαιρη επιλογή. Στην Ελλάδα λένε «το ακριβό είναι φθηνό» εννοώντας την ακατάλυτη αξία ενός αυθεντικού κοσμήματος μέσα στο χρόνο.

Το κόσμημα είναι ιστορία, έννοιες, συμβολισμοί.

Τα πρώτα της κοσμήματα τα φόρεσε η μητέρα της.

Πηγές:

  • René Descartes, Τα πάθη της ψυχής, μτφρ. Δημήτρης Ροζάκης, Κριτική, Αθήνα, 1996
  • Giorgio Agamben, Γούστο, μτφρ. Άντα Κλαμπατσέα, Πατάκης, Αθήνα, 2023
  • Jean-Luc Marion, Επιπροσθέτως. Φαινομενολογία και Θεολογία, μτφρ. Γιώργος Γρηγορίου, Πόλις, Αθήνα, 2011.

Ελεύθερα, 25.01.2026