Ο σφετερισμός ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα δεν αποτελεί δευτερεύον ή παρεπόμενο θέμα της κατοχής. Πρόκειται για συνεχιζόμενο έγκλημα, το οποίο έχει αναγνωριστεί ρητά από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Λοϊζίδου και Ξενίδη-Αρεστη. Η Τουρκία έχει κριθεί διεθνώς υπεύθυνη λόγω του αποτελεσματικού (πλήρους και καθοριστικού) ελέγχου που ασκεί στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κατά συνέπεια, τα κατεχόμενα δεν αποτελούν νομικό κενό ούτε γκρίζα ζώνη.
Τον τελευταίο καιρό προβάλλεται το επιχείρημα ότι, επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί πραγματικό έλεγχο στα κατεχόμενα και εκεί δεν εφαρμόζεται το ευρωπαϊκό κεκτημένο, δεν μπορεί να ζητεί την έκδοση σφετεριστών ή άλλων δραστών από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για ένα σκεπτικό βαθιά προβληματικό και επικίνδυνο.
Πρώτον, αντιστρέφει τη θεμελιώδη λογική του διεθνούς δικαίου. Η κατοχή δεν αφαιρεί κυριαρχία. Η αδυναμία άσκησης ελέγχου από την Κυπριακή Δημοκρατία οφείλεται αποκλειστικά σε παράνομη στρατιωτική κατοχή και δεν μπορεί να μετατρέπεται σε νομική τιμωρία του θύματος.
Δεύτερον, δημιουργεί de facto ασυλία εγκλημάτων. Αν αυτή η λογική γίνει αποδεκτή, τα κατεχόμενα κινδυνεύουν να μετατραπούν σε χώρο ασφαλούς τέλεσης παρανόμων πράξεων, ιδίως από αλλοδαπούς που στη συνέχεια μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τρίτον, ανοίγει τον δρόμο για σοβαρό νομικό χάος. Αρκεί ένα υποθετικό αλλά απολύτως ρεαλιστικό σενάριο: σοβαρό ποινικό αδίκημα που τελείται στα κατεχόμενα και ο δράστης διαφεύγει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Αν γίνει δεκτό ότι «δεν υπάρχει δικαιοδοσία λόγω έλλειψης ελέγχου», τότε καταρρέει η ίδια η αρχή της εδαφικής δικαιοδοσίας κράτους-μέλους της ΕΕ.
Υπενθυμίζεται ότι τα σοβαρά ποινικά αδικήματα δεν εξαρτώνται από την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, αλλά από την κυριαρχία του κράτους και τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο προσφέρει ήδη σαφές αντίβαρο. Το Πρωτόκολλο 10 της προσχώρησης της Κύπρου στην ΕΕ αναστέλλει την εφαρμογή του κεκτημένου στα κατεχόμενα, όχι όμως την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παράλληλα, η υπόθεση Orams κατέδειξε ότι αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας για περιουσίες στα κατεχόμενα μπορούν να εκτελούνται σε άλλα κράτη-μέλη.
Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη νομικών εργαλείων, αλλά η κόπωση, ο φόβος πολιτικού κόστους και η ανοχή σε επικίνδυνες γκρίζες ζώνες. Η συνέχιση της έκδοσης ενταλμάτων, ακόμη και όταν απορρίπτονται, αποτελεί πράξη πολιτειακής άμυνας και στοιχειώδη άσκηση κυριαρχίας.
Αν ο σφετερισμός αφεθεί να παγιωθεί, ακόμη και μια μελλοντική λύση του Κυπριακού κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά σε μη αναστρέψιμα τετελεσμένα.
Πέραν του άμεσου αντίκτυπου, τέτοιες προσεγγίσεις δημιουργούν επικίνδυνο προηγούμενο και για άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αποδοχή της λογικής ότι η έλλειψη πραγματικού ελέγχου συνεπάγεται έλλειψη δικαιοδοσίας υπονομεύει το ίδιο το ευρωπαϊκό νομικό οικοδόμημα και ανοίγει τον δρόμο για ζώνες ατιμωρησίας εντός της Ένωσης.
Παράλληλα, η παγίωση του σφετερισμού δεν είναι απλώς ένα σημερινό πρόβλημα, αλλά υπονομεύει ευθέως κάθε μελλοντική λύση του Κυπριακού. Χωρίς ουσιαστική προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας, καμία λύση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη ούτε να προσφέρει πραγματική αποκατάσταση στους νόμιμους ιδιοκτήτες.
Είναι αυτονόητο ότι όλα τα προβλήματα που απορρέουν από την εισβολή και την κατοχή —ο σφετερισμός περιουσιών, η παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η δημογραφική αλλοίωση και η ατιμωρησία— δεν μπορούν να εξαλειφθούν οριστικά χωρίς τη συνολική λύση του Κυπριακού. Όσοι επιμένουν ότι μπορεί να υπάρξει «καλύτερη» λύση στο αόριστο μέλλον, και όσοι έχουν κουραστεί και συμβιβαστεί με το στάτους κβο, καταλήγουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, στο ίδιο αποτέλεσμα: τη διαιώνιση της κατοχής και των συνεπειών της. Η λύση δεν είναι πανάκεια, αλλά είναι η μόνη προϋπόθεση για να πάψουν τα εγκλήματα της κατοχής να παράγονται καθημερινά.
Η κατοχή δεν νικά όταν αναγνωρίζεται. Νικά όταν παύει να ενοχλεί. – της αρκεί μόνο η ανοχή.»