Ζούμε σε μια εποχή όπου η λέξη «διαφθορά» κυριαρχεί σχεδόν απόλυτα στον δημόσιο λόγο.

Ακούγεται καθημερινά. Επαναλαμβάνεται με ένταση. Προβάλλεται ως η ρίζα κάθε κακού. Και πράγματι – η διαφθορά υπάρχει. Πρέπει να αποκαλύπτεται. Πρέπει να τιμωρείται. Πρέπει να πολεμάται χωρίς εκπτώσεις.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν υπάρχει διαφθορά.

Το ερώτημα είναι αν η υπερβολή στην επίκλησή της αλλοιώνει τελικά την ίδια την αλήθεια.

Η υπερβολή δεν είναι απαραίτητα ψέμα. Είναι μεγεθυντικός φακός. Και ο μεγεθυντικός φακός μπορεί να φωτίσει – μπορεί όμως και να παραμορφώσει. Όταν η διαφθορά παρουσιάζεται ως το μοναδικό και απόλυτο πρόβλημα του τόπου, τότε η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα γίνεται μονοδιάστατη.
Η Κύπρος δεν αντιμετωπίζει μόνο διαφθορά.

Αντιμετωπίζει δημογραφικό πρόβλημα. Προκλήσεις στην Παιδεία. Πίεση στο σύστημα Υγείας. Θεσμικές αδυναμίες. Το εθνικό μας ζήτημα. Παραγωγική στασιμότητα. Όταν όλα ερμηνεύονται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της διαφθοράς, τότε αποφεύγουμε τις δύσκολες, σύνθετες συζητήσεις.

Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά δημόσιων προσώπων – από τον πρώην Γενικό Ελεγκτή μέχρι βουλευτές, ακτιβιστές και τον δήμαρχο Πάφου που τελεί σήμερα σε αργία – έχουν επενδύσει πολιτικά και επικοινωνιακά στη ρητορική της καταγγελίας. Ο καθένας με το δικό του ύφος. Άλλοι με θεσμική αυστηρότητα, άλλοι με θεατρικότητα, άλλοι με ψηφιακή υπερβολή.

Δεν αμφισβητώ ότι σε αρκετές περιπτώσεις ανέδειξαν υπαρκτά ζητήματα. Όμως εδώ εντοπίζεται η λεπτή γραμμή: πότε η αποκάλυψη γίνεται διαρκής κραυγή; Πότε η αγανάκτηση μετατρέπεται σε επάγγελμα; Πότε η καταγγελία παύει να είναι μέσο διαφάνειας και γίνεται εργαλείο πολιτικής κεφαλαιοποίησης;

Υπάρχουν δύο μορφές υπερβολής.

Η πρώτη είναι η υπερβολή της πεποίθησης. Άνθρωποι που πιστεύουν ειλικρινά ότι υπηρετούν την αλήθεια, αλλά υιοθετούν απόλυτο λόγο. Βλέπουν τα πράγματα σε σχήμα καλού και κακού, χωρίς αποχρώσεις.

Η δεύτερη είναι η υπερβολή ως στρατηγική. Όταν διαπιστώνεται ότι ο κόσμος απορροφά άκριτα τον έντονο λόγο, όταν η αγανάκτηση δημιουργεί ακροατήριο και το ακροατήριο δημιουργεί πολιτική δύναμη, τότε η υπερβολή μετατρέπεται σε εργαλείο επιβίωσης.

Το αποτέλεσμα είναι επικίνδυνο. Δημιουργείται ένας νέος οπαδισμός – όχι κομματικός, αλλά «ηθικός». Οπαδοί της μόνιμης καταγγελίας. Οπαδοί της διαρκούς αγανάκτησης. Η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε θέαμα. Η δίκη γίνεται στα κοινωνικά δίκτυα. Η εντύπωση προηγείται της απόδειξης.

Και τότε συμβαίνει το παράδοξο:

Η υπερβολή φθείρει την ίδια τη μάχη κατά της διαφθοράς.

Όταν όλα παρουσιάζονται ως σκάνδαλο, τίποτα δεν σοκάρει πραγματικά. Ο πολίτης κουράζεται. Ο κυνισμός ριζώνει. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώνεται. Και τελικά, η πραγματική διαφθορά βρίσκει χώρο μέσα στην γενικευμένη απαξίωση.

Η πολιτική ωριμότητα απαιτεί ισορροπία.

Να πολεμάς τη διαφθορά χωρίς να εργαλειοποιείς τη διαφθορά.

Να ασκείς έλεγχο χωρίς να καλλιεργείς μηδενισμό.

Να αποκαλύπτεις χωρίς να δικάζεις.

Στις μικρές κοινωνίες, η υπερβολή έχει μεγάλη δύναμη. Τα πρόσωπα γίνονται σύμβολα. Οι συγκρούσεις γίνονται θέαμα. Όμως η δημοκρατία δεν αντέχει μόνο με κραυγές. Αντέχει με μέτρο, με τεκμηρίωση, με θεσμικό σεβασμό.

Η αλήθεια δεν χρειάζεται υπερβολή για να σταθεί.

Χρειάζεται θάρρος, σοβαρότητα και ευθύνη.

Και ίσως σήμερα αυτό που λείπει περισσότερο δεν είναι η καταγγελία.

Είναι το μέτρο.

*Πρώην Δήμαρχος Στροβόλου