Το ανθρώπινο όν, για να μπορέσει να διάγει το βίο του, χρειάζεται να λαμβάνει την καθοδήγησή του, από ένα καλά οργανωμένο πολίτευμα. Ο ορθός τρόπος ενάσκησης του πολιτεύματος της Δημοκρατίας, είναι εκείνος που η εξουσία ασκείται από τους πολλούς, ως απώτερο σκοπό το δημόσιο συμφέρον. Για την καλύτερη διεξαγωγή της Δημοκρατίας, έχουν γίνει ρητές πρόνοιες στο Σύνταγμα της Κύπρου για τη διάκριση των τριών πολιτειακών εξουσιών (Εκτελεστική, Νομοθετική, Δικαστική). Αυτή η τριαδική διάκριση των λειτουργιών μεταξύ ενός διοικητικού λειτουργού, ενός νομοθέτη και ενός ανεξάρτητου δικαστή, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξει κράτος δικαίου και δημοκρατική διακυβέρνηση.
Ο ορισμός που θα προσδίδαμε στη σημερινή μορφή του πολιτεύματος της Δημοκρατίας, είναι αυτός της «Δημοκρατίας των κομμάτων» ή «Κράτος των κομμάτων». Έτσι, τις θέσεις των διαφόρων πολιτειακών αξιωμάτων, ως επί το πλείστον, τις καταλαμβάνουν μέλη τα οποία προέρχονται από τα εν ενεργεία κόμματα στη συγκεκριμένη πολιτεία. Τα κομματικά σύνολα, καταθέτουν τις απόψεις τους περί της ηθικά ορθής πολιτικής σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο αναφέρεται ως το Καταστατικό τους. Επίσης, είναι επανδρωμένα με εθελοντές αλλά και έμμισθους πολίτες, οι οποίοι αναλαμβάνουν την προγραμματική λειτουργία του κόμματος.
Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προσδίδει το ελεύθερο δικαίωμα σε όλους τους πολίτες να θέσουν υποψηφιότητα και να λάβουν μέρος σε οποιαδήποτε εκλογική αναμέτρηση. Αυτό που πρέπει να μας προβληματίζει, είναι το κατά πόσο το δικαίωμα αυτό είναι στ´ αλήθεια προσβάσιμο για όλους τους πολίτες. Έχουμε όντως όλοι ίσες ευκαιρίες να ασχοληθούμε με τα κοινά; Η εμπειρία μας, μας ωθεί στο να απαντήσουμε αρνητικά στο συγκεκριμένο ερώτημα. Έχει παρατηρηθεί πως η ισότητα του δικαιώματος είναι φαινομενική. Αυτό, γιατί για να διατηρεί κανείς πιθανότητες εκλογής, θα πρέπει να δηλώσει υποψηφιότητα δια μέσου κάποιου κόμματος. Σχεδόν όλες τις φορές που αποπειράθηκαν πολίτες να κατέλθουν ως ανεξάρτητοι υποψήφιοι απέτυχαν παταγωδώς. Εάν, παρατηρήσουμε όσους συμπολίτες μας ασχολούνται με τα κοινά, θα αντιληφθούμε πως αυτοί που πέτυχαν την εκλογή τους μέσω ανεξάρτητης υποψηφιότητας, είναι ελάχιστοι. Εάν αυτή η πρώτη διαπίστωση δημιουργεί πρόβλημα στο δικαίωμα των πολιτών για ελεύθερη υποψηφιότητα, το γεγονός ότι το δικαίωμα αυτό στηρίζεται επιπλέον στο κατά πόσο θα δεχθεί κάποιο κόμμα να σε συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιο του και να στηρίξει την υποψηφιότητα σου, κάνει την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη.
Η πολυετής εμπειρία μας, ως υποκείμενα που συνθέτουν το Δημοκρατικό Πολίτευμα, μας δίνει τη δυνατότητα να σχολιάσουμε κριτικά και να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα κακώς έχοντα τα οποία δημιουργούν δυσλειτουργία στην ενάσκηση της Δημοκρατίας. Αρχικά, θα πρέπει να θέσουμε ένα πολύ βασικό ερώτημα. Αυτό αφορά στο κατά πόσο θα συνέχιζαν να υφίστανται τα κομματικά σύνολα εάν έθεταν πάντοτε το συμφέρον του λαού πιο πάνω από το συμφέρον του κόμματος τους. Διαισθητικά η απάντηση είναι πως δεν θα είχαν κανένα λόγο ύπαρξης. Όλα τα κόμματα θέλουν να δείχνουν στον πολίτη πως η δική τους άποψη είναι πάντοτε η ορθή. Δεν αποδέχονται σχεδόν ποτέ τα λάθη τους για τυχόν λανθασμένες αποφάσεις που είχαν λάβει, αλλά ούτε αποδέχονται πως ένα άλλο κομματικό σύνολο, ίσως να διαθέτει καλύτερη γνώμη από τη δική τους σε συγκεκριμένο ζήτημα, όταν όντως, στην πραγματικότητα τη διαθέτει.
Ο κύριος λόγος που δρουν κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, είναι γιατί θεωρούν πως εάν το πράξουν, θα προσδώσουν κύρος στο αντίπαλο κόμμα. Θεωρούν επίσης πως με αυτό τον τρόπο, θα επικροτήσουν τους ψηφοφόρους των αντιπάλων τους, για την επιλογή τους να μην στηρίξουν αυτούς. Επιπρόσθετα, πιστεύουν πως μια τέτοια κίνηση θα προκαλέσει κακό, γιατί θα έδειχναν στους ψηφοφόρους τους πως είχαν διαπράξει σφάλμα, εν σχέσει με τη συγκεκριμένη τους άποψη. Δεν αντιλαμβάνονται πως ανήκουν στο ανθρώπινο είδος και εφόσον ανήκουν σ’ αυτό, κάποιες φορές δύναται να διαπράττουν σφάλματα ή μάλλον το αντιλαμβάνονται, αλλά δεν θέλουν να το δείξουν στους υποστηρικτές τους γιατί θεωρούν πως αυτό θα είναι επιβλαβές γι’ αυτούς.
Στο βωμό της «αρρωστημένης» διατήρησης του αλάθητου των κομμάτων, θυσιάζεται και η ενάσκηση αντιπολίτευσης στην Κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση θα πρέπει να διενεργείται καλόπιστα από τα μη κυβερνώντα κόμματα σε σχέση με τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνει η Κυβέρνηση, ούτως ώστε να εισακουσθούν όλες οι απόψεις, για να εφαρμοστεί αυτή που πιστεύεται πως θα έχει το καλύτερο αποτέλεσμα για το δημόσιο συμφέρον. Παρ’ όλα αυτά, έχει διαφανεί πως πολλές φορές διαπράττεται κακόπιστα απλά και μόνο για την εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων. Θα λέγαμε πως υπάρχει η «διαφωνία για χάριν της διαφωνίας», γιατί επιβάλλεται η διαφωνία. Η διαφωνία αυτή είναι επιβεβλημένη, έτσι ώστε τα κόμματα που ανήκουν στην αντιπολίτευση, να θέτουν τις βάσεις τους και να αυξάνουν με αυτό τον τρόπο τις πιθανότητες τους για τις επερχόμενες εκλογές. Ωστόσο, οφείλουμε να διαπιστώσουμε πως κάποιες φορές η αντιπολίτευση αποφέρει κάποιο όφελος. Τέτοιες περιπτώσεις θα λέγαμε πως είναι όταν η Κυβέρνηση σφάλλει πραγματικά με την πολιτική που ασκεί για την αντιμετώπιση συγκεκριμένου προβλήματος. Έτσι, εκ των πραγμάτων οι απόψεις των κομμάτων της Αντιπολίτευσης ίσως κριθούν επωφελέστερες.
Ιδιαίτερη μνεία, θα πρέπει να κάνουμε στη Νομοθετική Εξουσία γιατί αποτελεί τον κορυφαίο Δημοκρατικό θεσμό, μέσω του οποίου αντιπροσωπεύεται ο λαός δια των βουλευτών. Η νομοθετική της λειτουργία συνίσταται στη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση κανόνων δικαίου. Στην Κύπρο, η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελείται από 56 βουλευτές. Οι 56 έδρες της Βουλής (σχεδόν όλες) καταλαμβάνονται από αντιπροσώπους κομμάτων, αναλόγως του ποσοστού που θα λάβει το κάθε ένα ξεχωριστά στις Βουλευτικές εκλογές. Πάντως, έχει διαπιστωθεί και πάλι, πως πολλές φορές (όχι όλες), οι απόψεις των βουλευτών στηρίζονται πρωτίστως στο συμφέρον του κόμματος στο οποίο ανήκουν, παραβλέποντας το γενικό συμφέρον του λαού. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις, όπου επιθυμούν διακαώς να μην περάσει η αντίπαλη άποψη, όχι απλά επειδή είναι λανθασμένη, αλλά επειδή το επιβάλλει η ηγεσία του κομματικού χώρου στον οποίον ανήκουν οι συγκεκριμένοι βουλευτές.
Ας σκεφτούμε για παράδειγμα πως το μεγαλύτερο κόμμα κατέχει 15 έδρες στη Βουλή. Δεν συνάδει με την κοινή λογική το γεγονός ότι σχεδόν πάντοτε αυτοί οι 15 άνθρωποι βρίσκονται σε συμφωνία με την απόφαση που είχε ληφθεί από την ηγεσία τους. Στην ηγεσία ίσως να ανήκουν και μερικοί από αυτούς, όμως μπορεί να μη συμφωνούν πάντα όλοι για τη στάση που θα τηρήσουν. Είναι πολλές οι φορές που κάποιοι απ’ αυτούς θα διαφωνούν, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν θα καταθέσουν την ολοκληρωμένη τους άποψη στη Βουλή. Εάν σκεφτούμε πως το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε όλους τους κομματικούς χώρους, τότε θα αντιληφθούμε πως η Βουλή αποδυναμώνεται σε μεγάλο βαθμό. Το αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής, είναι πως αντί να προσπαθούμε να βρούμε την καλύτερη δυνατή λύση μέσα από την κατάθεση πληθώρας εισηγήσεων, φαίνεται πως αυτό συρρικνώνεται και γίνεται η κατάθεση εν τέλει μόνο των 6-7 απόψεων. Εάν δε, συνυπολογίσουμε και το γεγονός πως κάποιες από αυτές τις απόψεις κατατέθηκαν απλώς και μόνο για χάριν της διαφωνίας, τότε η ποικιλία των προτάσεων μειώνεται δραματικά.
Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί πως η κομματική ενσάρκωση στο Δημοκρατικό Πολίτευμα, καλλιεργεί μια παράλογη-διαρκή αλληλεξάρτηση μεταξύ αυτών και των πολιτών. θεωρείται παράλογη, όχι μόνο επειδή εμφανίζεται μεταξύ κόμματος και αντιπροσώπου, αλλά και γιατί παρατηρείται μεταξύ κόμματος-αντιπροσώπου και ψηφοφόρων που τους υποστήριξαν. Αυτή η πελατειακή σχέση που παρουσιάζεται, είναι αποτέλεσμα της εμφάνισης των κομμάτων, γιατί προκειμένου να έχουν λόγο ύπαρξης και να διατηρήσουν ή να αυξήσουν τα ποσοστά τους, αποτελούν έρμαια ικανοποίησης όλων των ειδών αιτημάτων των πολιτών. Ας σκεφτούμε την εξής απλή πρόταση: «Για να αυξήσει κανείς τις πιθανότητες του να εργοδοτηθεί στο δημόσιο, θα πρέπει να ζητήσει ρουσφέτι». Ενώ αυτή η πρόταση εκ φύσεως στερείται ηθικού υπόβαθρου, εντούτοις έχει καθιερωθεί σαν άτυπη πρακτική από τους πολίτες, χωρίς να κρίνουν το κατά πόσο είναι ορθή ή λανθασμένη. Μάλιστα, τα πράγματα έχουν διασαλευθεί σε τέτοιο βαθμό, όπου πολλοί πολίτες πιστεύουν πως σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιήσουν αθέμιτες πρακτικές, ταυτόχρονα αδικούν τον ίδιο τους τον εαυτό. Ακόμη και αν κάποιοι κατακρίνουν αυτές τις ενέργειες, δεν σταματούν αυτή την παρανομία, αλλά θεωρούν πως αυτός ο λανθασμένος τρόπος είναι ο σωστός για να πετύχουν τον στόχο τους.
Εν κατακλείδι, Θα πρέπει να καταστεί σαφές πως δεν προκύπτει διαφωνία με το πολίτευμα της Δημοκρατίας στη γενική του μορφή. Ωστόσο, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη εκσυγχρονισμού του εν λόγω πολιτεύματος. Στην πιο πάνω κριτική ανάλυση, έχει γίνει εκτενής αναφορά σε θέματα που αφορούν τη Δημοκρατία ως πολίτευμα, τη δομή των Πολιτικών Κομμάτων, το δικαίωμα του Εκλέγειν – Εκλέγεσθαι των πολιτών, την έννοια της Αντιπολίτευσης, καθώς επίσης και τη Νομοθετική εξουσία. Η κριτική που ασκήθηκε σε όλα τα σημεία, αποσκοπεί στο να καταδείξει δυο προβληματικές. Αφενός, να διαφανεί το πρόβλημα που παρουσιάζει η άλογη σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ λαού και κομματικών συνόλων και αφετέρου να τονιστεί ο παράλογος τρόπος αυτοσυντήρησης και αυτό-ύπαρξης των Κομμάτων, ο οποίος θεωρείται ως τέτοιος (δηλαδή παράλογος) εν τη γενέσει του. Είναι προφανές πως είναι δύσκολο να παρθούν αποφάσεις από ένα κόμμα με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, χωρίς να προκύπτει ίδιον όφελος και ταυτόχρονα να επικροτείται η στάση ενός άλλου κόμματος. Μια τέτοια πρακτική θα ήταν αντιφατική με την αρχή της αυτό-ύπαρξης και αυτοσυντήρησης. Τέλος, η ανωτέρω ανάλυση, μας δίνει τη δυνατότητα να απαντήσουμε με μεγαλύτερη ασφάλεια, στο ερώτημα που είχε τεθεί αρχικά. Το ερώτημα αφορούσε στο κατά πόσο θα συνέχιζαν να υφίστανται τα κόμματα, εάν είχαν ως πρώτιστο κανόνα το συμφέρον του λαού, αντί για το συμφέρον του κόμματος τους. Η απάντηση είναι πως δεν θα είχαν κανένα λόγο ύπαρξης, γιατί το δημόσιο συμφέρον προϋποθέτει τη συνεννόηση μέσω μιας συνύπαρξης, η οποία δεν δύναται να αποβλέπει σε αλλότρια συμφέροντα. Οι διαπιστώσεις που μας οδήγησαν στο να προβούμε σ ’αυτά τα συμπεράσματα, δεν συμβαίνουν πάντοτε στον απόλυτο βαθμό. Όμως, το γεγονός ότι όλα αυτά έχουν κατασταλάξει στη συνείδηση των κοινωνών και φαίνονται τόσο ξεκάθαρα, θα πρέπει να συμβαίνουν ως επί τω πλείστον.
Νομικός