Συμπληρώθηκαν εφέτος 67 χρόνια από την υπογραφή στο Λονδίνο, στις 19 Φεβρουαρίου 1959, των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και υπήρξε μια σχετική αναζωπύρωση των συζητήσεων γύρω από ένα γεγονός που δεν έπαψε ποτέ να επηρεάζει την μετέπειτα πορεία αυτού του τόπου. Οι συμφωνίες από τη μια δημιουργούσαν το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος αλλά με πολλαπλές σοβαρές και επικίνδυνες αγκυλώσεις, ένα κράτος που εστερείτο από τότε της “κανονικότητας” και από την άλλη επανέφεραν την Τουρκία στην Κύπρο, με στρατεύματα και ως εγγυήτρια δύναμη, μολονότι με τη συνθήκη της Λωζάνης είχε αποποιηθεί κάθε δικαιώματος επί της νήσου. Οι συμφωνίες αυτές απετέλεσαν θρίαμβο για τη βρετανική πολιτική του διαίρει και βασίλευε που πέτυχε να χρησιμοποιήσει τον τουρκικό παράγοντα για να αποπροσανατολίσει τον εθνικοαπελευθερωτικό-αντιαποικιακόαγώνατουκυπριακούλαού.
Έχουν γραφτεί ουκ ολίγα για τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, για τις ευθύνες αυτών που τις υπέγραψαν, για τις βαριές συνέπειες τους με όσα επακολούθησαν, για τις ευθύνες της μη εφαρμογής τους-αν ήταν ποτέ εφαρμόσιμες με την Τουρκία να έχει μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς προτεκτοροποίησης και αλεξανδρετοποίησης της Κύπρου-και για τη διαρκή έκτοτε προσπάθεια κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Δύο σημεία των συμφωνιών βάραιναν και θα βαραίνουν και στο μέλλον τραγικά τη μοίρα της Κύπρου. Το πρώτο είναι η επάνοδος της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης και με στρατιωτική παρουσία. Έγινε με βρετανική μεθόδευση αλλά και με τα λάθη της ελληνικής πλευράς, κυρίως αυτών της Αθήνας. Ήδη με την τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου, το 1955, η Βρετανία επανέφερε την Τουρκία ως ενδιαφερόμενο μέρος για το Κυπριακό, παραβιάζοντας τη συνθήκη της Λωζάνης. Δυστυχώς η Αθήνα αποδέχτηκε να πάρει μέρος στη διάσκεψη αυτή παρά τις αντιδράσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η διολίσθηση συνεχίστηκε με διμερείς επαφές και μυστικές συνομιλίες Αθήνας-Άγκυρας τα επόμενα χρόνια,με θλιβερό επιστέγασμα την επίσημη επάνοδο της Τουρκίας στην Κύπρο με τις συμφωνίες Ζυρίχης -Λονδίνου.
Το δεύτερο σημείο αφορά την επισφράγιση με τις συμφωνίες της διχοτομικής πολιτικής που ακολούθησε η Βρετανία από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στην Κύπρο. Οι ρίζες του δικοινοτισμού και κατ’επέκταση και της διχοτομικής πολιτικής στο Κυπριακό που οδήγησαν στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και στις μέρες μας στη διζωνική ομοσπονδία, βρίσκονται στο πρώτο δοτό «σύνταγμα» που οι Βρετανοί παραχώρησαν στην αποικία το 1882. Σε αυτό διαστρεβλώνεται και παραμορφώνεται η έννοια της φιλελεύθερης δημοκρατίας και υιοθετείταιη έννοια του μιλέτ της οθωμανικής περιόδου. Με βάση την έννοια αυτή αναγνωρίζονται κατά προτεραιότητα οι εθνικοθρησκευτικές κοινότητες ως πολιτικά υποκείμενα ενώ οι πολίτες περνούν σε δεύτερη κατηγορία. Έτσι οι Άγγλοι για την εκλογή των μελών του Νομοθετικού Συμβουλίου που εγκαθίδρυσαν, εισήγαγαν την αρχή δύο ξεχωριστών εκλογικών σωμάτων, ενός των Ελλήνων και ενός των Τούρκων, όπου ως εθνικοθρησκευτικές κοινότητες εξέλεγαν τους αντιπροσώπους τους από ξεχωριστούς εκλογικούς καταλόγους. Αυτό φυσικά εξυπηρετούσε την γνωστή βρετανική πολιτική του διαίρει και βασίλευε. Σε καμιά χώρα του κόσμου με δημοκρατικό πολίτευμα δεν εφαρμόστηκε η αρχή αυτή. Αν για παράδειγμα εφαρμοζόταν στην ίδια τη Βρετανία θα έπρεπε να υπήρχαν ξεχωριστά εκλογικά σώματα, ξεχωριστοί εκλογικοί κατάλογοι και ξεχωριστή αντιπροσώπευση για προτεστάντες, καθολικούς, Ιρλανδούς, Σκωτσέζους, κ.λπ. Και σήμερα για μουσουλμάνους φυσικά. Αν εφαρμοζόταν στις ΗΠΑ θα έπρεπε να υπάρχουν ξεχωριστά εκλογικά σώματα για τους λευκούς, τους Αφροαμερικανούς, τους ισπανόφωνους, τους μουσουλμάνους κ.λπ. Στην Κύπρο από την εισαγωγή της διχοτομικής αυτής πολιτικής το 1882, περάσαμε στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου με την ίδια λογική και από εκεί στη διζωνική ομοσπονδία για την οποία συζητούμε σήμερα.
Βεβαίως οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου περιείχαν και άλλα τρωτά σημεία σε συνταγματικό επίπεδο, αντίθετα στους κανόνες της δημοκρατίας και του δικαίου, αλλά όλα αυτά ενδεχομένως θα μπορούσαν εξελικτικά να διορθωθούν αν δεν υπήρχε ο μόνιμος στόχος επικυριαρχίας στο νησί από την Άγκυρα, με τη βοήθεια Αμερικανών, Βρετανών και ΝΑΤΟ. Ασφαλώς και όλοι αυτοί επωφελήθηκαν και δικών μας λαθών, αλλά χωρίς το πραξικόπημα της χούντας με τις ευλογίες των Αμερικανών, δεν θα είχαμε τη σημερινή κατάληξη. Όσα αναμασούν κάποιοι ότι ήταν λάθος ο απελευθερωτικός αγώνας ή το αίτημα της αυτοδιάθεσης-ένωσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανακύκλωση της βρετανικής και τουρκικής προπαγάνδας. Ο κυπριακός λαός είχε κάθε δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, ανεξάρτητα αν η εξάσκηση του θα κατέληγε στην ένωση με την Ελλάδα ή την ανεξαρτησία. Αυτοί που αναμασούν την βρετανική αποικιακή προπαγάνδα και λένε, ναι αλλά υπήρχαν και οι Τουρκοκύπριοι, αγνοούν σκόπιμα ότι σε όλες σχεδόν τις αποικίες υπήρχαν μειονότητες της ίδιας τις περισσότερες φορές αριθμητικής δύναμης αυτής των Τουρκοκυπρίων, αλλά αυτό δεν όδήγησε σε συμφωνίες τύπου Ζυρίχης για τον τερματισμό του αποικισμού. Στην Αλγερία υπήρχαν τρία εκατομμύρια Γάλλοι απέναντι στα δέκα εκατομμύρια Αραβομουσουλμάνων όταν άρχισε ο αντιαποικιακός αγώνας. Στη Νότια Αφρική η λευκή μειονότητα ήταν εξίσου σημαντική. Ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση δεν διαχωρίστηκε ο λαός των χωρών αυτών με εθνοτικά ή φυλετικά-ρατσιστικά κριτήρια για την επιβολή λύσης αντίθετης των αρχών του δικαίου και της δημοκρατίας. Ασφαλώς κανείς δεν είπε ότι δεν θα έπρεπε να προστατευτούν τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Αλλά στην περίπτωση της Κύπρου οι Τουρκοκύπριοι χρησιμοποιήθηκαν ως στρατηγική μειονότητα-ή κοινότητα όπως τους ανακήρυξε η βρετανοτουρκική μεθόδευση-για να εξυπηρετηθούν αλλότρια συμφέροντα: τα βρετανικά, αυτά της Τουρκίας και αυτά του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών. Το 1945, όταν ιδρύθηκε η πρώτη τουρκοκυπριακή πολιτική οργάνωση, έφερε το όνομα «Σύνδεσμος Τουρκικής Μειοψηφίας της Νήσου Κύπρου », γνωστή ως ΚΑΤΑΚ. Ακόμη και στη Διασκεπτική του 1947-1948, οι Τουρκοκύπριοι αντιπρόσωποι μιλούσαν για προστασία των δικαιωμάτων της μειονότητας. Οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι αποκαλούσαν επομένως τους εαυτούς τους μειονότητα προτού μεθοδευτεί η αναγωγή τους σε συνεταίρους με το άλλο 80% του λαού της Κύπρου.
Οι συμφωνίες βεβαίως δεν έπεσαν από τον ουρανό στη διάσκεψη του Λονδίνου! Προετοιμάζονταν από τα προηγούμενα χρόνια και στο Λονδίνο, επί της ουσίας δεν υπήρχε άλλη επιλογή από την υπογραφή τους. Υπάρχουν πια μαρτυρίες ότι η κυβέρνηση Καραμανλή συζητούσε λύση ανεξαρτησίας από το 1956, υπάρχει το περιβόητο μνημόνιο Πιπινέλη με το οποίο ο Καραμανλής δεσμεύτηκε για λύση του Κυπριακού όταν διαδεχόταν τον Παπάγο στα πλαίσια των συμφερόντων του ΝΑΤΟ και της Δύσης, πολύ πριν την στροφή του Μακαρίου προς αυτή. Η στροφή του Μακαρίου πρέπει να άρχισε από τις Σεϋχέλλες με την επίσκεψη εκεί τον Δεκέμβριο του 1956 του Κρίτωνα Τορναρίτη και του Ντέρεκ Πήαρσον εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης για να συζητήσουν μαζί του το Κυπριακό.
Όταν ο Μακάριος πήγε στο Λονδίνο ήταν ενήμερος για τις συμφωνίες. Οι δισταγμοί που παρουσίασε εκεί μάλλον οφείλονταν σε ένα ελιγμό τακτικισμού, είτε γιατί αντιμετώπιζε συνειδησιακό πρόβλημα. Θα μπορούσε να αρνηθεί από προηγουμένως την αποδοχή τους οπότε δεν θα γινόταν η διάσκεψη. Αλλά ήταν ήδη δεσμευμένος απέναντι στον Καραμανλή που τον κρατούσε ενήμερο για την πορεία των συνομιλιών του με Τούρκους και Βρετανούς και δεν είχε διαφωνήσει. Αν υπάρχουν ευθύνες αυτές είναι πρώτα του Καραμανλή και της μερίδας εκείνης της ελληνικής αστικής τάξης που τον στήριζε και κατά δεύτερον λόγο του Μακαρίου και των Κυπρίων μεταπρατών αστών που πίεζαν προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτές ασφαλώς θα πρέπει να αναλυθούν με τα δεδομένα εκείνης της εποχής και το πλέγμα συμφερόντων που οδήγησαν στις συμφωνίες, ελληνικών και ξένων. Οι ευθύνες Καραμανλή και Μακαρίου όμως δεν εξηγούν από μόνες τους την κατάληξη στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Η Ιστορία γενικότερα πορεύεται στη βάση των ισορροπιών που προκύπτουν από τη σύγκρουση της άρχουσας τάξης με τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα και των συγκυριών και γεωπολιτικών ισορροπιών ανάμεσα σε αυτούς που ηγεμονεύουν το πλανητικό σύστημα. Για τη δεδομένη στιγμή της υπογραφής των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου θα πρέπει να αναλυθούν και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Ας μη ξεχνάμε για παράδειγμα την κρίση της διώρυγας του Σουέζ που εν πολλοίς καθόρισε τη βρετανική αποικιακή πολιτική έναντι της Κύπρου.
*Πανεπιστημιακός stephanos.constantinides@gmail.com