Όσα έχουν συμβεί σε αυτές τις εβδομάδες του Μαρτίου 2026 έχουν καταδείξει σε μεγάλο βαθμό διάφορες κοινωνικές τάσεις και νοοτροπίες, αλλά και ιδεοληψίες και στερεοτυπικές αγκυλώσεις. Αυτό που παρατηρούμε είναι μια σταδιακή αλλά ανησυχητική μετατόπιση προς «ακρότητες» και «αφορισμούς». Παρατηρούμε σχολιασμό και άποψη αντί για συμμετοχή και εμπεριστατωμένη γνώμη. Βλέπουμε έμφαση στην εύκολη δημόσια εικόνα αντί για τη συνειδητοποιημένη πράξη. Διαπιστώνουμε εμμονή στην απόδοση «φταιξίματος των άλλων» με παράλληλη «απαλλαγή και δικαιολόγηση ημετέρων», αντί για καλλιέργεια ανάληψης ευθύνης και κουλτούρας ενεργού πολιτότητας.

Στην εποχή της διαρκούς έκθεσης, της προβολής ωραιοποιημένου ιματζ και του εξυπνακίστικου ξερολισμού, έχει γίνει συχνά ευκολότερο να σχολιάζουμε την πραγματικότητα παρά να συμβάλλουμε ουσιαστικά στη βελτίωσή της. Η «άποψη» και η ημιμάθεια αφθονούν, η μελετημένη και εξ εμπειρίας γνώμη είναι μειονότητα, η δε συνειδητοποιημένη και ενεργός ευθύνη σπανίζει.

Ευτυχώς, υπάρχουν άνθρωποι που δεν λειτουργούν έτσι. Δεν επιδιώκουν χειροκρότημα ούτε το να είναι απλώς αρεστοί. Δεν διαλέγουν την πολυσύχναστη λεωφόρο της ακοπίαστης κριτικής και χλεύης (συχνά η «λεωφόρος» αυτή διέρχεται από καναπέ και πληκτρολόγιο…), αλλά το δύσβατο μονοπάτι των πράξεων και της στάσης ζωής. Είναι οι πολίτες που μελετούν, προετοιμάζονται, εκπαιδεύονται και στέκονται παρόντες όταν χρειάζεται, συχνά αθόρυβα και χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης. Αυτή η στάση είναι κάτι βαθύτερο από μια απλή κοινωνική ευαισθησία.

Στα θέματα Ασφάλειας, είναι αυτό που αποκαλούμε Κουλτούρα Ασφάλειας: μια ώριμη αντίληψη και συμπεριφορά ότι η προστασία και η ανθεκτικότητα μιας κοινωνίας δεν αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα των θεσμών, αλλά κοινή ευθύνη Πολιτείας και πολιτών.

Σε αυτό το σημείο θέλω να είμαι σαφής. Δεν θέλω να απαλλάξω την Πολιτεία. Είναι και παραμένει δική της ευθύνη η προστασία του πολίτη στις διάφορες εκφάνσεις ασφάλειας και άμυνας. Και χωρίς να εισέλθω εδώ σε λεπτομέρειες (τις οποίες έχω αναφέρει πολλές φορές σε άλλες τοποθετήσεις και άρθρα), νομίζω όλοι ζούμε μέσα σε αυτό το σύστημα και αντιλαμβανόμαστε πού και πώς υπάρχει ανάγκη βελτιώσεων στο τι (πρέπει να) κάνει η Πολιτεία.

Από την άλλη πλευρά όμως, χωρίς διάθεση να «μαλώσω» τον πολίτη ή να παρουσιαστώ ως δήθεν άμεμπτος, χρειάζεται να επισημανθούν ορισμένες πραγματικότητες. Και εδώ ίσως γίνω λίγο πιο αιχμηρός, ενδεχομένως και δυσάρεστος.

Δεν μπορούμε να απαιτούμε έναν μόνιμο δικαιωματισμό συνοδευόμενο από μια μόνιμη απαλλαγή από υποχρεώσεις. Δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι για όλα «φταίει το κράτος» και η εκάστοτε διακυβέρνησή του, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι εκλεγμένη από εμάς τους ίδιους. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια αμέριμνη αφασία και, όταν εμφανίζεται πίεση ή κίνδυνος, να απαιτούμε να λυθούν όλα «χθες», εύκολα, ανέξοδα και χωρίς καμία προσωπική συμβολή.

Δεν μπορούμε να ζητούμε «εύκολες συνταγές» και «έτοιμες οδηγίες» που να είναι πλήρεις, ευκολόπεπτες και άμεσα εφαρμόσιμες, απαιτώντας ταυτόχρονα υπερεξειδικευμένες υποδομές και τεχνικά μέσα, χωρίς να ιδρώσουμε, και κυρίως χωρίς να πληρώσουμε, επειδή «ούτως ή άλλως μας τα τρώνε στους φόρους».

Ας δούμε, λοιπόν, όλα όσα συνέβησαν τις τελευταίες εβδομάδες ως μια ευκαιρία υπενθύμισης του πού ζούμε και επανεκτίμησης των κινδύνων που αντιμετωπίζουμε. Ως ευκαιρία να επαναξιολογήσουμε τα σχέδια προστασίας και να επανασυστήσουμε νοοτροπίες ασφάλειας.

Να ξαναθυμηθούμε ότι θεσμοί όπως οι διάφορες μορφές θητείας (στρατιωτικής, πολιτικής άμυνας, εφεδρείας) είναι στο χέρι μας να πιέσουμε ώστε να μην αποτελούν «χάσιμο χρόνου», αλλά συνειδητή πράξη ευθύνης προς το κοινωνικό σύνολο και την πατρίδα. Να επανεπικοινωνήσουμε και να ξανακαλλιεργήσουμε κουλτούρες και συμπεριφορές μέσα από ενημερώσεις, εκπαιδεύσεις και ασκήσεις (ουσιαστικές και ρεαλιστικές, όχι απλώς για τυπικό “tick-the-box” ή για το χειροκρότημα επισήμων) τόσο των υπηρεσιών όσο και του ίδιου του πληθυσμού, με κατάλληλα μηνύματα για όλες τις ηλικίες.

Τόσο η Πολιτεία όσο και οι πολίτες οφείλουμε να μην ξεχνούμε πού ζούμε. Βρισκόμαστε στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, σε σεισμογενή περιοχή, με έντονες κλιματικές πιέσεις που αυξάνουν τη συχνότητα και την ένταση ακραίων φαινομένων (από ξηρασία και πυρκαγιές μέχρι καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις και αιφνίδιες πλημμύρες). Ζούμε σε χώρα με προφανή νησιωτικότητα, που συνεπάγεται ιδιαίτερες ανάγκες σχεδιασμού υποδομών και διαχείρισης κρίσεων. Και πέραν της γεωπεριβαλλοντικής ιδιαιτερότητας, δεν ξεχνούμε ότι ζούμε επίσης σε χώρα με εδάφη υπό κατοχή και σε μια γειτονιά υψηλών γεωπολιτικών ανταγωνισμών και έντονων γεωστρατηγικών τρικυμιών, όπου η… “πλοήγησή” μας με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια απαιτεί σοβαρότητα, νηφαλιότητα, απομάκρυνση από κάθε είδους “-ισμούς”.

Κυρίως, απαιτεί τη σύμπλευση Πολιτείας και Πολιτών, προς επίρρωση του τριπτύχου “Γνώση – Ψυχραιμία – Πειθαρχία”, διότι τελικά η ανθεκτικότητα μιας κοινωνίας δεν είναι μόνο ζήτημα θεσμών ή πολιτικών αποφάσεων, αλλά πρωτίστως ζήτημα πολιτισμικού χαρακτήρα και δημοκρατικής συνείδησης των ανθρώπων που τη συγκροτούν.

*Ανώτερος Επιστημονικός Συνεργάτης και Επικεφαλής Έρευνας & Στρατηγικής του Κέντρου CERIDES Ευρωπαϊκού- Πανεπιστημίου Κύπρου σε θέματα Πολιτικής Προστασίας και Ασφάλειας Πρώτων Ανταποκριτών

-Εθελοντής Πολιτικής Άμυνας Λευκωσίας-Κερύνειας- Εθελοντής Λέσχης Εφέδρων Ενόπλων Δυνάμεων Θεσσαλονίκης