Η καθημερινότητα των Κυπρίων πολιτών γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Η ακρίβεια δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή κρίση, αλλά μια μόνιμη πίεση που επηρεάζει άμεσα το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών. Από το κόστος ενέργειας και καυσίμων μέχρι το καλάθι του σπιτιού, ο Κύπριος πολίτης καλείται καθημερινά να ισορροπήσει σε μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα πιο απαιτητική.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το στεγαστικό ζήτημα αναδεικνύεται ως η μεγαλύτερη κοινωνική πρόκληση της εποχής μας. Και αν για τα περισσότερα νοικοκυριά αποτελεί δυσκολία, για τη νέα γενιά αποτελεί αδιέξοδο.

Νέοι άνθρωποι, με σπουδές, εργασία και διάθεση να δημιουργήσουν, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σκληρή πραγματικότητα: η απόκτηση ή ακόμη και η ενοικίαση μιας κατοικίας έχει μετατραπεί σε άπιαστο στόχο. Οι τιμές αγοράς αυξάνονται, τα ενοίκια κινούνται σε επίπεδα δυσανάλογα με τους μισθούς και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.

Το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρο: η δημιουργία οικογένειας μετατίθεται, τα όνειρα αναβάλλονται και η νέα γενιά νιώθει ότι δεν έχει χώρο να σταθεί στον τόπο της.

Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει πολιτική βούληση να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και συνέπεια.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματικά μέτρα ή γενικές εξαγγελίες. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική, με συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες πολιτικές.

Πρώτον, χρειάζεται η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος προσιτής στέγασης, που να δίνει πραγματικές λύσεις στους νέους. Η αξιοποίηση κρατικής γης, σε συνδυασμό με ιδιωτική συμμετοχή και κρατικές εγγυήσεις, μπορεί να δημιουργήσει σύγχρονες κατοικίες με προσιτό κόστος, δίνοντας ουσιαστική διέξοδο σε νέα ζευγάρια.

Δεύτερον, είναι αναγκαία η ενίσχυση των πολιτικών για την περιφερειακή ανάπτυξη και ιδιαίτερα για τις ορεινές και ακριτικές περιοχές. Η στέγαση δεν μπορεί να εξετάζεται απομονωμένα. Όταν υπάρχουν υποδομές, υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευση και εργασία, τότε δημιουργούνται πραγματικές προϋποθέσεις για να επιλέξουν οι νέοι να ζήσουν εκτός αστικών κέντρων. Διαφορετικά, η πίεση στις πόλεις θα συνεχίσει να αυξάνει, επιδεινώνοντας το πρόβλημα.

Τρίτον, απαιτείται ουσιαστική αναθεώρηση των υφιστάμενων σχεδίων στήριξης. Οι επιδοτήσεις, όπως εφαρμόζονται σήμερα, συχνά δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Χρειάζονται πιο στοχευμένα κριτήρια, διεύρυνση των δικαιούχων και προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα κόστους ζωής.

Παράλληλα, το ζήτημα των εκποιήσεων πρώτης κατοικίας δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η πολιτεία οφείλει να προστατεύσει ουσιαστικά τους πολίτες που κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι οικονομικές πιέσεις αυξάνονται. Η κατοικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως χρηματοοικονομικό προϊόν — είναι βασικό κοινωνικό αγαθό.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στους προσφυγικούς συνοικισμούς, όπου πολλές κατοικίες έχουν πλέον ξεπεράσει τα όρια αντοχής τους. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι προσωρινές λύσεις και επιδόματα ενοικίου. Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανακατασκευής και αντικατάστασης, με διασφάλιση της αξιοπρέπειας των κατοίκων και δικαίωμα επιλογής μεταξύ νέας κατοικίας ή δίκαιης αποζημίωσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος της νέας γενιάς στην πολιτική καθίσταται καθοριστικός. Όχι ως απλοί παρατηρητές, αλλά ως άνθρωποι που βιώνουν καθημερινά τα προβλήματα και έχουν τη βούληση να τα αλλάξουν.

Γιατί τελικά, η πολιτική δεν είναι απλώς αριθμοί και δείκτες ανάπτυξης. Είναι η καθημερινότητα των ανθρώπων.

Και αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για μέλλον, τότε οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι η νέα γενιά θα μπορεί να ζήσει, να δημιουργήσει και να ονειρευτεί στον τόπο της.

Γιατί μια κοινωνία που δεν μπορεί να στεγάσει τα παιδιά της, δεν μπορεί να σχεδιάσει το αύριο της.

*Υποψήφιος Βουλευτής Λευκωσίας (αρ.03 – ΔΗΚΟ)