Οι πρόσφατες εξελίξεις σε σχέση με τις δημοσιεύσεις του Μακάριου Δρουσιώτη και το περιεχόμενο των επίμαχων μηνυμάτων αναδεικνύουν ένα ζήτημα που υπερβαίνει τα όρια μιας μεμονωμένης ποινικής διερεύνησης. Το ζήτημα αυτό αφορά την κατεύθυνση της έρευνας και, κατ’ επέκταση, τη λειτουργία των θεσμών στο πλαίσιο του κράτους δικαίου.

Η εκτέλεση εντάλματος έρευνας στην οικία και το γραφείο του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη, μάλιστα, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, συνιστά μια ιδιαίτερα παρεμβατική δικονομική πράξη. Τέτοιες ενέργειες είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτές, υπό την προϋπόθεση όμως ότι πληρούνται αυστηρά τα κριτήρια της νομιμότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Το κρίσιμο ζήτημα, εν προκειμένω, δεν περιορίζεται στην ύπαρξη δικαστικού εντάλματος. Επεκτείνεται στο κατά πόσο η επέμβαση αυτή στηρίζεται σε σαφή και συγκεκριμένη υποψία διάπραξης ποινικού αδικήματος από το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται.

Με βάση τα μέχρι στιγμής δημοσιοποιημένα δεδομένα, ο Νίκος Κληρίδης δεν φαίνεται να είναι ούτε ο δημιουργός ούτε ο δημοσιοποιών το επίμαχο υλικό. Η δημοσιοποίηση έγινε από τον Μακάριο Δρουσιώτη. Ο Κληρίδης φέρεται να έλαβε το υλικό στο πλαίσιο της επαγγελματικής του σχέσης με την πελάτισσά του, τη λεγόμενη «Σάντη», σε προγενέστερο χρόνο, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσιοποίηση, ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε με τις αρχές.

Η παράμετρος αυτή δεν είναι δευτερεύουσα. Αντιθέτως, αγγίζει τον πυρήνα του δικηγορικού λειτουργήματος. Η κατοχή του υλικού από τον δικηγόρο δεν προκύπτει ως ανεξάρτητη ή ιδιωτική ενέργεια, αλλά ως αποτέλεσμα σχέσης εμπιστοσύνης με πελάτη, η οποία προστατεύεται θεσμικά.

Υπό αυτά τα δεδομένα, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσο υφίσταται επαρκής σύνδεση του συγκεκριμένου προσώπου με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, ικανή να δικαιολογήσει την έκδοση και εκτέλεση ενός τόσο επεμβατικού μέτρου.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει εκφραστεί και δημόσια διαφωνία από τον Χρίστο Κληρίδη, πρώην Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου, ως προς την εν λόγω ενέργεια, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο προβληματισμός δεν περιορίζεται σε θεωρητικό επίπεδο αλλά εκτείνεται και στον ίδιο τον νομικό κόσμο.

Περαιτέρω, η απουσία σαφούς δημόσιας αναφοράς στο συγκεκριμένο αδίκημα που διερευνάται σε σχέση με τον δικηγόρο ενισχύει την ανάγκη για αυξημένη διαφάνεια. Χωρίς να παραγνωρίζεται ότι τα σχετικά στοιχεία μπορεί να περιλαμβάνονται σε ένορκη μαρτυρία που δεν δημοσιοποιείται, η έλλειψη επαρκούς δημόσιας αιτιολόγησης καθιστά δυσχερέστερη την αξιολόγηση της αναγκαιότητας του μέτρου.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η ιδιότητα του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η έρευνα. Η επέμβαση σε οικία και επαγγελματικό χώρο δικηγόρου δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα έγγραφα ή δεδομένα, αλλά δυνητικά επεκτείνεται σε ένα ευρύτερο σύνολο πληροφοριών που αφορούν πολλαπλές επαγγελματικές σχέσεις. Η κυπριακή νομολογία έχει ήδη τοποθετηθεί με σαφήνεια επί του ζητήματος αυτού.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε υποθέσεις όπως η Re Antonakis Andreou & Co LLC (Αίτηση Certiorari), έχει ακυρώσει εντάλματα έρευνας κατά δικηγόρων, κρίνοντας ότι δεν διασφαλίζονταν επαρκώς οι αρχές της αναλογικότητας και της προστασίας του δικηγορικού απορρήτου. Στην εν λόγω απόφαση τονίζεται ότι τα εντάλματα αυτά πρέπει να είναι αυστηρά περιορισμένα και να περιλαμβάνουν επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να αποφεύγεται η αδιάκριτη πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν τρίτους πελάτες.

Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως στην υπόθεση Kolesnichenko v. Russia, όπου επισημαίνεται ότι οι έρευνες σε δικηγορικούς χώρους απαιτούν αυξημένες εγγυήσεις λόγω της ιδιαίτερης φύσης των πληροφοριών που τηρούνται. Η νομολογιακή αυτή κατεύθυνση δεν αποτελεί τυπική λεπτομέρεια, αλλά θεμελιώδη έκφραση της ανάγκης προστασίας της σχέσης δικηγόρου–πελάτη ως αναπόσπαστου στοιχείου της δίκαιης δίκης.

Συνεπώς, κάθε επέμβαση σε τέτοιο χώρο πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό αυξημένα κριτήρια ελέγχου, τόσο ως προς τη βάση της όσο και ως προς την έκτασή της. Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί η διάσταση της προτεραιοποίησης της έρευνας. Όταν υφίστανται ισχυρισμοί που αφορούν ενδεχόμενη εμπλοκή θεσμικών προσώπων σε πρακτικές που θίγουν τη θεσμική νομιμότητα, η διερεύνηση της ουσίας των καταγγελιών συνιστά, κατ’ αρχήν, πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η εστίαση, σε πρώιμο στάδιο, σε πρόσωπα που δεν προκύπτει ότι είχαν ενεργό ρόλο στη δημιουργία ή δημοσιοποίηση του υλικού, ενδέχεται να δημιουργεί την εντύπωση μετατόπισης του βάρους της έρευνας από την ουσία προς τη διαδικασία. Η εντύπωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δικαιοσύνη είναι ήδη περιορισμένη, όπως καταγράφεται σε ευρωπαϊκές αξιολογήσεις, και υπό το πρίσμα των συστάσεων του GRECO για ενίσχυση της θεσμικής ανεξαρτησίας.

Εν τέλει, το ζήτημα δεν περιορίζεται στο αν η έρευνα είναι τυπικά νόμιμη. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η άσκηση των εξουσιών γίνεται κατά τρόπο που συνάδει με τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας και της θεσμικής ισορροπίας. Διότι η δικαιοσύνη δεν αξιολογείται μόνο εκ του αποτελέσματος, αλλά και εκ της διαδικασίας που ακολουθείται για την επίτευξή του. Όταν η έρευνα εκκινεί από τον δικηγόρο που έλαβε το υλικό στο πλαίσιο σχέσης εμπιστοσύνης με την πελάτισσά του και όχι από το περιεχόμενό του, τότε το ζήτημα υπερβαίνει τα όρια της δικονομίας και ανάγεται σε ζήτημα θεσμικής λειτουργίας.

*Δικηγόρος