Μιλήσαμε πολύ για την απώλεια εμπιστοσύνης. Για τη ρωγμή που έγινε χάσμα. Για το αίσθημα ότι οι θεσμοί δεν μας προστατεύουν όπως θα έπρεπε ή δεν μας λένε όλη την αλήθεια. Είναι μια διαπίστωση που πια δεν προκαλεί αντίδραση. Προκαλεί απλώς ένα νεύμα συμφωνίας. Ένα «τελοσπάντων».
Αλλά οι κοινωνίες δεν μπορούν να ζήσουν μόνο με διαπιστώσεις. Κάποια στιγμή πρέπει να απαντήσουν στο δύσκολο ερώτημα: πώς χτίζεται ξανά η εμπιστοσύνη;
Γιατί η εμπιστοσύνη δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι πρακτικό εργαλείο. Χωρίς αυτήν, όλα γίνονται πιο δύσκολα. Χωρίς αυτήν, κάθε απόφαση αμφισβητείται, κάθε πρόθεση παρερμηνεύεται, κάθε θεσμός λειτουργεί με κόστος πολλαπλάσιο. Κοινωνίες χωρίς εμπιστοσύνη δεν ευημερούν και δεν συνεργάζονται. Αμύνονται και συγκρούονται.
Στη δουλειά, σημαίνει περισσότερα emails για να καλυφθείς, περισσότερες εγκρίσεις για να προχωρήσεις, περισσότερη ενέργεια για να αποδείξεις τα αυτονόητα. Στις προσωπικές σχέσεις, σημαίνει δεύτερες σκέψεις, υπαινιγμούς, σιωπές που γεμίζουν με καχυποψία.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν θα έρθει με μια μεγάλη κίνηση, αλλά μέσα από μικρές, επαναλαμβανόμενες πράξεις συνέπειας. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι πείθεσαι -και άρα εμπιστεύεσαι- όταν ο άλλος δείχνει χαρακτήρα, καλή πρόθεση και κρίση. Όχι στα λόγια. Στη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, η εμπιστοσύνη δεν είναι συναίσθημα. Είναι εκτίμηση. Κρίνεις, με βάση όσα βλέπεις επαναλαμβανόμενα, αν ο άλλος είναι άξιος να τον εμπιστευτείς.
Η εμπιστοσύνη δεν είναι υπόσχεση. Είναι συμπέρασμα. Από την πλευρά των Θεσμών, τα πράγματα είναι απλά και ταυτόχρονα απαιτητικά. Να κάνουν πράξη αυτά που λένε. Όχι καλύτερη επικοινωνία. Καλύτερη αντιστοίχιση λόγων και έργων. Σε περιόδους κρίσης εμπιστοσύνης, κάθε απόκλιση μεγεθύνεται.
Να είναι και να φαίνονται τίμιοι. Γιατί ο κόσμος μπορεί να δεχτεί ένα λάθος. Δύσκολα θα δεχτεί την αίσθηση ότι τον κοροϊδεύεις. Η πρόθεση έχει σημασία. Οι πολίτες μπορεί να συγχωρήσουν την ανεπάρκεια πιο εύκολα από την κακή πίστη.
Να λογοδοτούν περισσότερο – όχι λιγότερο. Και κυρίως, να εξηγούν. Αποφάσεις, καθυστερήσεις, ακόμη και αδιέξοδα. Το κενό εξήγησης γεμίζει πάντα με δυσπιστία.
Και να αποδεχτούν ότι δεν χρειάζεται να τους εμπιστεύονται όλοι. Ούτε γίνεται. Ο στόχος δεν είναι η καθολική αποδοχή.
Το ερώτημα όμως παραμένει: μπορούν οι ίδιοι άνθρωποι να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη; Η απάντηση δεν είναι ενιαία. Υπάρχουν περιπτώσεις που η φθορά είναι τόσο βαθιά που η ανανέωση -προσώπων, νοοτροπιών, τρόπων λειτουργίας- είναι προϋπόθεση. Υπάρχουν όμως και Θεσμοί που, μέσα από πράξεις, μπορούν να ανακτήσουν έδαφος.
Κάπως έτσι λειτουργεί και εκτός πολιτικής. Σε μια ομάδα στη δουλειά, αν κάποιος σε απογοητεύσει επανειλημμένα, δεν αρκεί μια απολογία. Θέλεις να δεις διαφορετική συμπεριφορά, ξανά και ξανά. Και ακόμη κι έτσι, κρατάς μια επιφύλαξη. Όχι από κακία – από εμπειρία.
Η εμπιστοσύνη δεν επιστρέφει επειδή το αποφασίζεις. Επιστρέφει όταν πειστείς. Και εδώ μπαίνει και η δική μας ευθύνη ως κοινωνία. Να ασκούμε κριτική χωρίς να ισοπεδώνουμε. Να αφήνουμε χώρο για να αποδειχθεί η καλή πρόθεση. Να μην θεωρούμε δεδομένο ότι «όλοι είναι ίδιοι», γιατί τότε ακυρώνουμε εκ των προτέρων κάθε προσπάθεια διαφοροποίησης.
Αν όλα είναι ήδη χαμένα, κανείς δεν επενδύει στο να τα αλλάξει. Η εμπιστοσύνη είναι σχέση. Δεν είναι μονομερής υποχρέωση. Δεν χτίζεται μόνο από αυτούς που την ζητούν, αλλά και από αυτούς που είναι διατεθειμένοι να τη δώσουν – με μέτρο, αλλά και με επίγνωση.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο δύσκολη ισορροπία: να μην είσαι αφελής, αλλά να μην γίνεσαι και κυνικός. Γιατί ο κυνισμός μοιάζει με προστασία, αλλά στην πράξη είναι παραίτηση. Στο τέλος, η εμπιστοσύνη μοιάζει πολύ με το τρέξιμο. Δεν επιστρέφεις μετά από μια μεγάλη αποχή με την ίδια αντοχή. Ξεκινάς διστακτικά. Με μικρά βήματα. Αμφιβάλλεις. Κάποιες μέρες νιώθεις ότι πας πίσω. Αλλά αν επιμείνεις -αν κρατήσεις μια στοιχειώδη συνέπεια- κάτι αρχίζει να χτίζεται ξανά. Όχι θεαματικά. Σχεδόν αθόρυβα.Μέχρι που, χωρίς να το καταλάβεις, βρίσκεις πάλι έναν ρυθμό που αντέχει.
*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου Κύπρου