Η επίσκεψη Μακρόν στην Αθήνα και η ανανέωση – επικαιροποίηση της ελληνογαλλικής συμφωνίας του 2021 επαναφέρουν στο προσκήνιο το κρίσιμο ερώτημα του τι σημαίνει στην πράξη η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής; Στη διεθνή πολιτική οι συμμαχίες δεν λειτουργούν με όρους συναισθηματικής αλληλεγγύης. Είναι απολύτως ταυτισμενες με την εξυπηρέτηση συμφερόντων, των ισορροπιών και ενός υπολογισμένου κόστους-οφέλους. Αυτό κάθε άλλο παρά μειώνει την αξία μιας συμφωνίας, αντιθέτως, την καθιστά πιο κατανοητή και άρα πιο αξιοποιήσιμη.

Η ελληνογαλλική στρατηγική σύμπραξη είναι από τη φύση της συναλλακτική. Συνδέθηκε εξαρχής με μεγάλης κλίμακας ελληνικές αγορές γαλλικών οπλικών συστημάτων, τα Rafale, τις Belharra, πυραυλικά και συνοδευτικά πακέτα υποστήριξης, και άρα με απτά οικονομικά και βιομηχανικά οφέλη για τη Γαλλία. 

Το Παρίσι επενδύει ως γεωπολιτικός εταίρος σε μια περιοχή όπου επιδιώκει να έχει ρόλο πρώτης γραμμής. 

Η σημασία της συμφωνίας σήμερα είναι μεγαλύτερη από το 2021, γιατί εντάσσεται σε ένα περιβάλλον πολλαπλής γεωπολιτικής μετάβασης.

Η εξήγηση..

Η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει θέατρο ανταγωνισμών, με την Τουρκία να επιδιώκει συστηματικά αναθεώρηση των ισορροπιών,με την Ευρώπη σε νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας υπό το βάρος του πολέμου στην Ουκρανία και με τις ΗΠΑ να μετατοπίζουν το κέντρο βάρους τους προς τον Ινδο-Ειρηνικό, αφήνοντας περιθώρια σε ευρωπαϊκές δυνάμεις να αναλάβουν μεγαλύτερη περιφερειακή ευθύνη. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η Αθήνα και το Παρίσι εμφανίζουν ουσιαστική σύγκλιση συμφερόντων, γεγονός που καθιστά την ελληνογαλλική σχέση πιθανότατα τη σημαντικότερη διμερή στρατηγική σχέση της Ελλάδας.

Ο πυρήνας της ελληνικής ανάγνωσης είναι πως η συμφωνία πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα της ελληνοτουρκικής ισορροπίας. Η Τουρκία διαθέτει ποσοτικό πλεονέκτημα σε ανθρώπινο δυναμικό, βιομηχανική παραγωγή και βάθος στρατηγικών επιλογών. Η Ελλάδα, συνεπώς, δεν μπορεί να την ανταγωνιστεί συμμετρικά. Η κατευθυνση είναι να επενδύσει στην τεχνολογική αναβάθμιση και στη δημιουργία συμμαχικών πολλαπλασιαστών ισχύος. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεργασία με τη Γαλλία λειτουργεί διττά. Δηλαδή: η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής ενισχύει την αποτροπή πολιτικά, ενώ η εξοπλιστική και επιχειρησιακή συνεργασία την ενισχύει στρατιωτικά.

Ωστόσο, τα όρια πρέπει να είναι απολύτως καθαρά. Η συμφωνία δεν είναι συνθήκη με την αυστηρή νομική έννοια μιας αυτοματοποιημένης στρατιωτικής υποχρέωσης. Είναι πρωτίστως πολιτική δέσμευση υψηλού κύρους, που αποκτά βαρύτητα από την αξιοπιστία των δύο κρατών και τη συγκυρία. Επιπλέον, δεν καλύπτει ρητά τις γκρίζες ζώνες που τροφοδοτούν την ελληνοτουρκική ένταση όπως τα καίρια ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων που είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Αυτά παραμένουν πεδίο διπλωματικής διαμάχης. Καμία ρήτρα δεν ενεργοποιείται αυτόματα. Η εφαρμογή της θα εξαρτηθεί από τη διεθνή συγκυρία, από τη βούληση της γαλλικής ηγεσίας και κυρίως από το αν το Παρίσι θα κρίνει ότι διακυβεύονται ζωτικά δικά του συμφέροντα. Αυτό ακριβώς είναι το νόημα των συμμαχιών: αυξάνουν το κόστος του αντιπάλου, αλλά δεν εξαφανίζουν την αβεβαιότητα.

Η τουρκική αντίδραση, όπως αποτυπώθηκε στον φιλοκυβερνητικό τουρκικό Τύπο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Sabah είναι αποκαλυπτική. Η Άγκυρα παρουσιάζει την Ελλάδα ως το εργαλείο ενός ευρωπαϊκού σχεδίου περιορισμού της τουρκικής επιρροής, μια χώρα-προκεχωρημένο φυλάκιο ενός αντιτουρκικού άξονα στον οποίο συμμετέχουν η Γαλλία και ευρωπαϊκοί θεσμοί. Η τουρκική αφήγηση επιχειρεί να μετατρέψει την ελληνική διπλωματική αναβάθμιση σε «επιθετική περικύκλωση», όμως στην πραγματικότητα προδίδει κάτι βαθύτερο: η Τουρκία ανησυχεί επειδή αντιλαμβάνεται πως η Ελλάδα αποκτά στρατηγικό βάρος μεγαλύτερο από το μέγεθός της.

Και αυτό συμβαίνει γιατί τα τουρκικά συμφέροντα που θίγονται δεν περιορίζονται στο Αιγαίο. Η τουρκική στρατηγική, η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα», είναι ένα συνολικό δόγμα που επιδιώκει να εδραιώσει την Τουρκία ως θαλάσσια δύναμη, ενεργειακό κόμβο και περιφερειακό ρυθμιστή από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Βόρεια Αφρική. Η Άγκυρα θέλει να επιβάλει ότι κανένα ενεργειακό σχέδιο δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη δική της συμμετοχή. Θέλει επίσης να μετατρέψει τη Λιβύη σε στρατηγικό βάθος της πολιτικής της, μέσω της στρατιωτικής παρουσίας και των συμφωνιών που λειτουργούν ως μοχλός πίεσης Το τουρκολιβυκό μνημόνιο·ήταν ακριβώς το γεωπολιτικό εργαλείο ακύρωσης της ελληνικής γεωγραφίας.

Εδώ ακριβώς η ελληνογαλλική σύμπλευση αποκτά μεγαλύτερη σημασία: λειτουργεί ως σήμα ότι η Τουρκία δεν θα έχει ελευθερία κινήσεων σε ένα πεδίο όπου μέχρι πρόσφατα μπορούσε να εκμεταλλεύεται την ευρωπαϊκή αμηχανία. 

Η πραγματική σύγκρουση Παρισιού–Άγκυρας έχει έντονη αφρικανική διάσταση.

 Η Τουρκία έχει διεισδύσει στην Αφρική μέσω οικονομικών δικτύων, αμυντικών συμφωνιών, στρατιωτικών εκπαιδευτικών αποστολών, πωλήσεων drones και δημιουργίας βάσεων, από τη Σομαλία έως το Σουδάν και από τον Νίγηρα έως τη Λιβύη. Για τη Γαλλία, αυτή η τουρκική παρουσία συνιστά στρατηγικό ανταγωνισμό, γιατί υπονομεύει την ιστορική γαλλική επιρροή στο Σαχέλ και στη Βόρεια Αφρική, αμφισβητεί τη θέση της ως κύριας ευρωπαϊκής δύναμης ασφαλείας και περιορίζει το γεωπολιτικό της βάθος σε περιοχές κρίσιμες για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και των μεταναστευτικών ροών. Η Τουρκία είναι ο αντίπαλος της Ελλάδας και είναι και ο ανταγωνιστής της Γαλλίας σε ένα ευρύτερο θέατρο όπου το Παρίσι δεν θέλει να υποχωρήσει.

Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το κενό ισχύος που δημιουργήθηκε από δύο παράγοντες: την αμερικανική στρατηγική μετατόπιση προς τον Ινδο-Ειρηνικό και ιδίως την αποδυνάμωση της Ρωσίας ως ευέλικτου παίκτη στη Μεσόγειο λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Η Ρωσία παραμένει παρούσα στη Συρία και διατηρεί επιρροή σε λιβυκά δίκτυα, όμως η ικανότητά της να λειτουργεί ως αποφασιστικός ρυθμιστής έχει περιοριστεί. 

Η φύση απεχθάνεται το κενό 

Το βάρος της Ρωσικής στρατιωτικής εμπλοκής στην Ουκρανία, οι κυρώσεις και η συνολική φθορά του ρωσικού διεθνούς κύρους δημιούργησαν κενά σε περιφερειακές ισορροπίες, τα οποία σπεύδουν να καλύψουν άλλοι: η Τουρκία, η Γαλλία, αλλά και περιφερειακές αραβικές δυνάμεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Γαλλία επιδιώκει να εμφανιστεί ως η ευρωπαϊκή δύναμη που μπορεί να αναλάβει ρόλο σταθεροποίησης στη Μεσόγειο και να διαμορφώσει μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική παρουσία. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι η ενεργειακή ασφάλεια, το θαλάσσιο εμπόριο, ο έλεγχος των μεταναστευτικών διαδρομών, η πρόσβαση στη Μέση Ανατολή. Με άλλα λόγια, είναι το πεδίο όπου δοκιμάζεται αν η Ευρώπη θα έχει στρατηγική αυτονομία ή θα παραμείνει θεατής. Και μέσα σε αυτή την εξίσωση, η Ελλάδα αν είναι σοβαρός παίχτης θα έχει και ανάλογο ρόλο. 

Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση για τη γαλλική πυρηνική αποτροπή αποκτά ειδικό βάρος. Ο Μακρόν έχει ανοίξει δημόσια την ιδέα μιας «ευρωπαϊκής διάστασης» της γαλλικής πυρηνικής ισχύος και έχει αφήσει να εννοηθεί ότι το Παρίσι μπορεί να προσφέρει, υπό προϋποθέσεις, ένα πλαίσιο εκτεταμένης αποτροπής σε εταίρους. Η Ελλάδα οφείλει να διερευνήσει ψύχραιμα τα όρια αυτής της προοπτικής, όχι επειδή η Τουρκία είναι σήμερα πυρηνική δύναμη, αλλά επειδή διατηρεί σαφείς πυρηνικές φιλοδοξίες και επειδή η ευρύτερη αποσταθεροποίηση της διεθνούς τάξης επαναφέρει τη σημασία της στρατηγικής αποτροπής σε όλα τα επίπεδα.

Το συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο: η ελληνογαλλική συμφωνία είναι πολύτιμη και η ανανέωσή της θετική, η αξία της συμπληρωματική. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να ιδωθεί ως υποκατάστατο της εθνικής ισχύος όμως θα λειτουργησειί ως επιταχυντής μιας στρατηγικής που πρέπει να στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, διπλωματική πολυμέρεια και τεχνολογική-βιομηχανική αναβάθμιση. Οι συμμαχίες είναι πιο αξιόπιστες όταν στηρίζουν κράτη που μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Η Γαλλία δεν θα πολεμήσει για την Ελλάδα. Όμως στη νέα ρευστή γεωπολιτική φάση, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει τη θέση της από γεωγραφικό δεδομένο σε στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η έντονη ενόχληση της Τουρκίας το αποδεικνύει καλύτερα από οποιαδήποτε ελληνική ανάλυση. Αν η Άγκυρα δεν αισθανόταν ότι διαμορφώνεται μια νέα ισορροπία, δεν θα επένδυε τόσο πολιτικό κεφάλαιο στην απαξίωση της επίσκεψης και στην κατασκευή αφηγήματος «περικύκλωσης».