Ενόψει των βουλευτικών εκλογών της 24ης Μαΐου, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται, για ακόμη μία φορά, γύρω από την «κατάντια» του πολιτικού μας συστήματος, την ανεπάρκεια των πολιτικών κομμάτων, τη διαφθορά, την έλλειψη σοβαρότητας και το χαμηλό επίπεδο του δημόσιου λόγου. Πρόκειται για διαπιστώσεις που, σε μεγάλο βαθμό, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος είναι υπαρκτή και η απαξίωση των θεσμών αυξάνεται διαρκώς.
Ωστόσο, η συζήτηση αυτή παραμένει ελλιπής όταν περιορίζεται αποκλειστικά στις ευθύνες των κομμάτων και των πολιτικών προσώπων. Διότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί σε θεσμικό κενό. Οι πολιτικοί δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Εκλέγονται. Και εκλέγονται από πολίτες οι οποίοι, συχνά, καταγγέλλουν ακριβώς εκείνες τις πρακτικές που οι ίδιοι συντηρούν.
Στην Κύπρο έχουμε αναπτύξει μια βαθιά αντιφατική πολιτική κουλτούρα. Από τη μια πλευρά, καταδικάζουμε δημόσια τη διαπλοκή, το ρουσφέτι, την αναξιοκρατία και τις πελατειακές σχέσεις. Από την άλλη, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους πολιτικούς όχι ως θεσμικούς εκπροσώπους του δημόσιου συμφέροντος, αλλά ως προσωπικούς διαμεσολαβητές εξυπηρετήσεων.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς. Εκδηλώνεται καθημερινά, στις μικρές και φαινομενικά ασήμαντες απαιτήσεις που θεωρούνται πλέον σχεδόν φυσιολογικές. Ο πολίτης που αγανακτεί με τα σκάνδαλα μπορεί, την ίδια στιγμή, να απαιτεί τηλεφώνημα για προσωπική εξυπηρέτηση, παρέμβαση για πρόσληψη, πίεση προς κάποια υπηρεσία ή προνομιακή μεταχείριση στη δική του περίπτωση. Ακόμη χειρότερα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου η πολιτική στήριξη μετατρέπεται σε μέσο πίεσης της λογικής «αν δεν βοηθήσεις, δεν θα σε ψηφίσω».
Αυτή η αντίληψη δεν αποτελεί παρέκκλιση του συστήματος. Είναι μέρος του ίδιου του προβλήματος. Η πελατειακή λογική δεν συντηρείται μόνο από πολιτικούς που επιδιώκουν ψήφους μέσω εξυπηρετήσεων. Συντηρείται και από πολίτες που θεωρούν την πολιτική σχέση συναλλακτική διαδικασία. Όσο η ψήφος αντιμετωπίζεται ως μέσο προσωπικού οφέλους και όχι ως πράξη θεσμικής ευθύνης, το πολιτικό σύστημα θα συνεχίσει να αναπαράγει τα ίδια χαρακτηριστικά που δήθεν απορρίπτουμε.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται και μια από τις μεγαλύτερες παθογένειες της κυπριακής πολιτικής ζωής, ήτοι η συνεχής μετατόπιση της ευθύνης. Οι πολίτες απαιτούν καλύτερους πολιτικούς, χωρίς όμως να αναρωτιούνται ποια κριτήρια χρησιμοποιούν οι ίδιοι όταν ψηφίζουν. Διότι το επίπεδο του πολιτικού δεν καθορίζεται μόνο από τα κόμματα. Καθορίζεται και από το τι επιβραβεύει εκλογικά η κοινωνία.
Όταν επιβραβεύεται ο λαϊκισμός, η πολιτική επιπολαιότητα, η επικοινωνιακή υπερέκθεση ή η ικανότητα δημιουργίας εντυπώσεων αντί της γνώσης και της θεσμικής επάρκειας, τότε αναπόφευκτα αυτά τα χαρακτηριστικά θα κυριαρχήσουν στο πολιτικό σύστημα. Όταν οι σοβαρές πολιτικές θέσεις θεωρούνται «βαρετές», ενώ οι εύκολες απαντήσεις και τα συνθήματα ανταμείβονται πολιτικά, τότε η υποβάθμιση του δημόσιου διαλόγου δεν είναι τυχαία. Είναι συλλογική επιλογή.
Η κρίση της πολιτικής δεν είναι μόνο κρίση κομμάτων. Είναι και κρίση πολιτικής παιδείας. Σε ώριμες δημοκρατίες, οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι ο βουλευτής δεν είναι προσωπικός διαχειριστής αιτημάτων, αλλά θεσμικός παράγοντας με νομοθετική και ελεγκτική αποστολή. Στην κυπριακή πολιτική κουλτούρα, όμως, εξακολουθεί να κυριαρχεί η αντίληψη ότι «καλός πολιτικός» είναι εκείνος που μπορεί να εξυπηρετήσει προσωπικά συμφέροντα. Αυτή η λογική, εκτός του ότι διαβρώνει τους θεσμούς, υποβαθμίζει και την ίδια τη δημοκρατία σε σύστημα αμοιβαίων εξαρτήσεων.
Ασφαλώς, τα πολιτικά κόμματα φέρουν τεράστια ευθύνη. Για χρόνια ανέχθηκαν, και σε αρκετές περιπτώσεις ενίσχυσαν, αυτή τη νοοτροπία. Προωθούσαν πρόσωπα με μοναδικό κριτήριο την εκλογική επιρροή, αδιαφορώντας για την επάρκεια, τη γνώση ή τη θεσμική σοβαρότητα. Παράλληλα, η απουσία ουσιαστικής πολιτικής παιδείας και η συνεχής υποβάθμιση του δημόσιου διαλόγου δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση του αντισυστημισμού.
Εδώ, όμως, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να οδηγεί στην ψευδαίσθηση ότι η λύση βρίσκεται απαραίτητα σε πρόσωπα ή πολιτικούς σχηματισμούς που οικοδομούν ολόκληρη την πολιτική τους ύπαρξη πάνω στην απαξίωση των θεσμών και στην εκμετάλλευση της κοινωνικής οργής. Η συνεχής επίκληση της «κάθαρσης», της «αντισυστημικότητας» ή της δήθεν αυθεντικής εκπροσώπησης του λαού δεν αποτελεί από μόνη της πολιτική πρόταση.
Συνήθως, πίσω από τέτοιες προσεγγίσεις κρύβεται μια επικίνδυνη απλούστευση σύνθετων πολιτικών και θεσμικών ζητημάτων. Η λογική ότι το πρόβλημα της δημοκρατίας θα λυθεί με την αποδυνάμωση των κομμάτων, με προσωποκεντρικές πολιτικές κατασκευές ή με συνθηματολογικές εκκλήσεις περί «επιστροφής της εξουσίας στον λαό» παραγνωρίζει μια βασική πραγματικότητα: χωρίς σοβαρούς θεσμούς, χωρίς πολιτική επάρκεια και χωρίς κουλτούρα λογοδοσίας, η δημοκρατία καθίσταται ακόμη πιο ευάλωτη.
Η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο διαρκούς αγανάκτησης. Χρειάζεται γνώση, θεσμική αντίληψη, πολιτική ωριμότητα και επίγνωση συνεπειών. Οι δημοκρατίες δεν ενισχύονται όταν οι πολίτες ψηφίζουν αποκλειστικά με κριτήριο την τιμωρία του «συστήματος». Ενισχύονται όταν οι κοινωνίες αποκτούν πολιτική συνείδηση και απαιτούν σοβαρότητα, επάρκεια και λογοδοσία.
Οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου δεν είναι απλώς μια διαδικασία κομματικής καταγραφής δυνάμεων. Είναι και μια δοκιμασία πολιτικής ωριμότητας για την ίδια την κοινωνία. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι πολιτικοί μάς απογοήτευσαν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι ακριβώς επιβραβεύουμε ως κοινωνία κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά στην κάλπη.
Διότι, τελικά, η δημοκρατία δεν υποβαθμίζεται μόνο από τους πολιτικούς που αποτυγχάνουν. Υποβαθμίζεται και από κοινωνίες που, ενώ γνωρίζουν τις παθογένειες του συστήματος, συνεχίζουν να τις αναπαράγουν μέσα από τις ίδιες πολιτικές συμπεριφορές, τις ίδιες απαιτήσεις και τα ίδια εκλογικά κριτήρια. Και όσο αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε αυτή την πραγματικότητα, τόσο θα συνεχίζουμε να παράγουμε το ίδιο πολιτικό αποτέλεσμα, απλώς με διαφορετικά πρόσωπα.