Στον Μαραθώνιο του Λονδίνου συνέβη κάτι που μέχρι πρόσφατα άγγιζε τα όρια του αδιανόητου: δύο αθλητές έτρεξαν κάτω από δύο ώρες σε επίσημο αγώνα. Δύο επιδόσεις που, μέχρι χθες, θα στέκονταν μόνες τους στην ιστορία.
Ο πρώτος πέρασε τη γραμμή και πήρε τα φώτα. Ο δεύτερος πέρασε σχεδόν ταυτόχρονα -με χρόνο που σε οποιαδήποτε άλλη μέρα θα ήταν παγκόσμιο ρεκόρ, στην πρώτη του κιόλας προσπάθεια- και βρέθηκε να εξηγεί γιατί δεν κέρδισε.
Ακούγεται άδικο. Αλλά κάτι πιο ενοχλητικό, είναι ο τρόπος που έχουμε μάθει να μετράμε.
Η «κατάρα του δεύτερου» δεν είναι ότι χάνει. Είναι ότι το κατόρθωμά του επαναπροσδιορίζεται προς τα κάτω, επειδή κάποιος άλλος πήγε λίγο καλύτερα.
Στον αθλητισμό το αποδεχόμαστε εύκολα. Υπάρχει ένας νικητής. Οι κανόνες είναι ξεκάθαροι. Η κατάταξη είναι σχετική. Το χρονόμετρο όμως είναι απόλυτο – και κανείς δεν μπορεί να σου πάρει τον χρόνο που έκανες.
Στη ζωή και στην εργασία, μπερδεύουμε αυτά τα δύο. Αξιολογούμε τον εαυτό μας σχεδόν αποκλειστικά με σχετικούς όρους -ποιος προάχθηκε, ποιος ξεχώρισε, ποιος πήρε την ευκαιρία- και ξεχνάμε το απόλυτο: τι κατάφερες εσύ σε σχέση με αυτό που μπορούσες να δώσεις εκείνη τη στιγμή.
Το βλέπουμε και σε διαδικασίες -αξιοκρατικών- προαγωγών.
Υπάρχουν άνθρωποι που προετοιμάστηκαν σοβαρά, που στάθηκαν με επάρκεια και καθαρότητα στις συνεντεύξεις, που έδειξαν ωριμότητα και προοπτική. Δεν ήταν απλώς “καλοί”. Ήταν έτοιμοι.
Κι όμως, δεν προάχθηκαν.
Όχι επειδή υστέρησαν ουσιαστικά. Αλλά επειδή, τελικά, υπήρχε χώρος μόνο για έναν.
Εκεί γεννιέται η απογοήτευση – και είναι απολύτως λογική. Δεν πρόκειται για έλλειψη ανθεκτικότητας ή για υπερβολική ευαισθησία. Είναι η φυσική αντίδραση όταν μια πραγματική επίδοση μεταφράζεται σε «μη επιτυχία» λόγω σύγκρισης.
Το εύκολο μήνυμα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι: «Μετατρέψτε το σε πείσμα για την επόμενη φορά». Έχει μια δόση αλήθειας, αλλά κρύβει και μια επικίνδυνη απλοποίηση.
Υπονοεί ότι αν προσπαθήσεις λίγο περισσότερο, αν βελτιωθείς λίγο ακόμα, την επόμενη φορά θα είσαι εσύ ο πρώτος.
Δεν ισχύει πάντα.
Μπορεί να είσαι εξαιρετικός ξανά. Και πάλι να υπάρχει μόνο μία θέση. Και πάλι κάποιος άλλος να είναι οριακά μπροστά. Αν η αξία σου εξαρτάται αποκλειστικά από αυτή τη σχετική κατάταξη, τότε είσαι καταδικασμένος να νιώθεις ανεπαρκής, όσο ψηλά κι αν φτάσεις.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της «κατάρας».
Όχι στο αποτέλεσμα, αλλά στο μέτρο.
Όταν μετράς τον εαυτό σου μόνο σε σχέση με τους άλλους, παραδίδεις την αίσθηση της αξίας σου σε παράγοντες εξωγενείς. Όταν, αντίθετα, κρατάς και το απόλυτο μέτρο -την ποιότητα της δικής σου προσπάθειας, την πρόοδο σου, τη στάση σου- τότε η εικόνα αλλάζει. Όχι επειδή παύει να έχει σημασία το αποτέλεσμα, αλλά επειδή παύει να είναι το μόνο που έχει σημασία.
Ο μαραθώνιος το διδάσκει αυτό με σκληρή καθαρότητα. Ο χρόνος είναι αδιαπραγμάτευτος. Αν έτρεξες κάτω από δύο ώρες, το έκανες. Δεν ακυρώνεται επειδή κάποιος άλλος έτρεξε ελάχιστα γρηγορότερα. Η κατάταξη λέει μια ιστορία. Η επίδοση λέει μια άλλη.
Στην εργασία, συχνά λειτουργούμε σαν να υπάρχει μόνο η πρώτη. Και εδώ υπάρχει και μια ευθύνη που δεν είναι μόνο ατομική.
Αν ένας οργανισμός δεν ξέρει τι να κάνει με τους εξαιρετικούς που δεν προάγονται, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι άνθρωποι. Είναι το σύστημα. Όταν η αναγνώριση και η εξέλιξη συνδέονται αποκλειστικά με τη σχετική υπεροχή, αναπόφευκτα δημιουργείται ένα περιβάλλον όπου η πλειονότητα -ακόμη και των πολύ ικανών- βιώνει την εμπειρία της «αποτυχίας».
Αυτό δεν διορθώνεται με περισσότερα ενθαρρυντικά λόγια.
Διορθώνεται όταν αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε πιο συνειδητά την απόλυτη αξία της επίδοσης, ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από την “πρώτη θέση”. Όταν δίνουμε χώρο, ευθύνη και ορατότητα σε αυτούς που αποδίδουν σε υψηλό επίπεδο, ανεξάρτητα από το αν κέρδισαν τη συγκεκριμένη στιγμή.
Γιατί, στο τέλος, το πιο δύσκολο δεν είναι να γίνεις πρώτος.
Το πιο δύσκολο είναι να μην αφήσεις το αν είσαι δεύτερος να καθορίσει ποιος είσαι.
*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών
Πανεπιστημίου Κύπρου