Κάποια από τα ευρήματα πρόσφατης δημοσκόπησης με αφορμή τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές αποτυπώνουν με εντυπωσιακή καθαρότητα μια βαθύτερη πραγματικότητα της κυπριακής κοινωνίας. Στο ερώτημα πώς ζουν σήμερα σε σχέση με το 2021, μόλις το 24% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι ζει καλύτερα, το 30% ότι ζει το ίδιο, ενώ το 45% θεωρεί ότι ζει χειρότερα. Για να το εμπεδώσουμε, η σύγκριση είναι σε σχέση με το 2021, την χρονιά που ακόμα η αβεβαιότητα για τις επιπτώσεις, παντός είδους, της πανδημίας του κορωνοϊού ήταν στα ύψη.
Όταν η ίδια έρευνα προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και ρώτησε όσους δεν είναι ικανοποιημένοι τι μέτρα θα ήθελαν, η εικόνα έγινε ακόμη πιο αποκαλυπτική: το 36% δεν απαντά καν. Ένα 24% ζήτησε μείωση τιμών και φόρων, 22% περισσότερα μέτρα, 15% πιο ουσιαστικά μέτρα και μόλις 8% αναφέρεται γενικά σε στήριξη της οικονομίας.
Με άλλα λόγια, σχεδόν οι μισοί πολίτες δηλώνουν δυσαρεστημένοι, αλλά οι περισσότεροι εξ αυτών δεν μπορούν να προσδιορίσουν τι ακριβώς χρειάζεται να αλλάξει.
Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία. Είναι σύμπτωμα. Και η ρίζα του προβλήματος είναι πολύ βαθιά. Ξεκινά από το επίπεδο γνώσεων της κοινωνίας. Τα διαχρονικά αποτελέσματα του Programme for International Student Assessment (PISA) του OECD καταδεικνύουν ότι η έλλειψη γνώσεων αλλά κυρίως κριτικής σκέψης ξεκινά από πολύ νωρίς. Αντίστοιχα τραγικά αποτελέσματα προκύπτουν κι από τις έρευνες για τα επίπεδα χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού στη χώρα μας.
Είμαστε μια κοινωνία που δεν έχει μάθει να κατανοεί πώς λειτουργεί η οικονομία, πώς επηρεάζουν οι πολιτικές αποφάσεις την καθημερινότητα και ποιες είναι οι συνέπειες των επιλογών της. Είναι λοιπόν αναπόφευκτο να λειτουργεί αντιφατικά. Να δηλώνει δυσαρέσκεια, αλλά να μην μπορεί να τη μεταφράσει σε συγκεκριμένα αιτήματα. Να ζητά περισσότερα, χωρίς να γνωρίζει το κόστος. Να επιδιώκει το άμεσο όφελος των λίγων, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στους πολλούς.
Σε αυτό το περιβάλλον, δυστυχώς ούτε η πολιτική ωριμάζει. Αντίθετα, προσαρμόζεται προς τα κάτω, χαμηλώνοντας τον πήχη. Οι εύκολες υποσχέσεις υπερισχύουν των δύσκολων αληθειών. Οι γενικόλογες διακηρύξεις αντικαθιστούν τις συγκεκριμένες πολιτικές. Και τελικά, το πολιτικό σύστημα καταλήγει να αντικατοπτρίζει ακριβώς το επίπεδο απαιτήσεων της κοινωνίας.
Και σ’ αυτές τις εκλογές, ακούμε τους (753!) υποψήφιους να μας λένε ότι είναι δίπλα στην κοινωνία, ότι ακούνε τους πολίτες. Εν μέρει αυτό είναι σωστό και θεμιτό. Αλλά με βάση τα όσα είπαμε πιο πάνω, δεν είναι αρκετό. Οι πολιτικοί οφείλουν να μάθουν την κοινωνία να τους ακούει. Να εξηγούν, να τεκμηριώνουν, να εκπαιδεύουν. Να θέτουν το πλαίσιο ενός πιο ώριμου δημόσιου διαλόγου, ακόμη και όταν αυτό δεν είναι δημοφιλές.
Όμως για να γίνει αυτό, υπάρχει μια βασική προϋπόθεση. Να έχουν και οι ίδιοι κάτι ουσιαστικό να πουν. Και εδώ προκύπτει το πιο κρίσιμο ερώτημα της προεκλογικής περιόδου. Ποιος αλήθεια από τους υποψήφιους έχει παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις;
Πόσοι υποψήφιοι έχουν εξηγήσει ποιες προτάσεις νόμου θα φέρουν στη Βουλή; Σε ποια ζητήματα θα παρέμβουν και με ποιον τρόπο; Ποια είναι η πρακτική τους ατζέντα για μεγάλα και μικρά ζητήματα;
Παρόλο που δυσκολεύομαι (για πρακτικούς και εγκεφαλικούς λόγους) να ακολουθήσω τις εκατοντάδες υποψήφιους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, από όσα έχω δει μέχρι στιγμής, η τάση είναι απογοητευτική. Δεν έχω δει συγκεκριμένες, κοστολογημένες προτάσεις. Δεν έχω δει τροποποιητικές νομοθετικές προτάσεις, δεν έχω δει προτάσεις νόμου που θα καταθέσουν. Κι όμως, θα υπέθετα ότι κάποιος που κόπτεται να γίνει βουλευτής και ξοδεύει δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες κατά την προεκλογική, το κάνει γιατί θέλει να προσφέρει έμπρακτα. Γιατί έχει ήδη στο μυαλό του τι θέλει να αλλάξει και πως θα το κάνει. Βλέπουμε -και πάλι- γενικόλογες αναφορές, συνθήματα και ευχολόγια, τόσο από τα κόμματα όσο και από τους υποψηφίους.
Και έτσι, ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Μια κοινωνία που δεν ξέρει ακριβώς τι ζητά, αλλά δεν σταματά να ζητά, και ένα πολιτικό σύστημα που δεν ξέρει ή δεν τολμά να απαντήσει συγκεκριμένα και πολύ περισσότερο να πει όχι.
Αν θέλουμε ως τόπος να προοδεύσουμε πραγματικά, αυτός ο κύκλος πρέπει να σπάσει. Ναι, οι πολίτες πρέπει να είναι πιο απαιτητικοί, αλλά πρέπει να είναι και πιο ενημερωμένοι, και κυρίως πιο συνειδητοποιημένοι. Και οι πολιτικοί οφείλουν να γίνουν πιο συγκεκριμένοι, πιο ειλικρινείς, πιο υπεύθυνοι. Και κυρίως να μάθουν να λένε όχι.
*Σύμβουλος Επικοινωνίας