Δημόσιες αγγελίες, κομματικά στεγανά και χαμένη επιστημονική ευθύνη
Η κάλπη της 24ης Μαΐου άφησε πίσω της ένα πολιτικό τοπίο βαθιά κατακερματισμένο και μια κοινωνία που, στην πλειοψηφία της, παρακολουθεί τις εξελίξεις με μια παγωμένη αποστασιοποίηση. Καθώς πλησιάζει η 4η Ιουνίου, η μέρα που η νέα, εξακομματική Βουλή θα πάρει την επίσημη μορφή της, οι συζητήσεις στα δημοσιογραφικά πηγαδάκια αναλώνονται στις παρασκηνιακές μοιρασιές για την Προεδρία του σώματος. Υπάρχει όμως μια άλλη διαδικασία, αθόρυβη αλλά βαθιά καθοριστική για την ποιότητα της δημοκρατίας μας, που εξελίσσεται αυτή τη στιγμή: η επιλογή των κοινοβουλευτικών συνεργατών.
Στη δημόσια σφαίρα, η διαδικασία αυτή επιφύλασσε μια πρωτόγνωρη έκπληξη. Κάποιο βουλευτές κυρίως από τα νεοεισερχόμενα σχήματα επέλεξαν να αναρτήσουν δημόσιες αγγελίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καλώντας νέους επιστήμονες να αποστείλουν τα βιογραφικά τους για τις θέσεις των κοινοβουλευτικών συνεργατών.
Η κίνηση αυτή, ιδωμένη επιφανειακά, μοιάζει με μια βαθιά ανάσα φρέσκου αέρα. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας ανοιχτής, διάφανης κοινωνίας, όπου ένας νέος άνθρωπος, με σπουδές και όρεξη για δουλειά, δεν χρειάζεται να είναι «παιδί του κομματικού σωλήνα» για να προσφέρει τις γνώσεις του στο κέντρο λήψης των αποφάσεων. Είναι μια άμεση απάντηση στην απογοήτευση εκείνου του 47,7\% των πολιτών που απείχε, μια προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στη γυάλινή φούσκα της εξουσίας και την πραγματική κοινωνία.
Από την άλλη πλευρά, η παραδοσιακή κομματική μηχανή συνεχίζει να κινείται στις δικές της, γνώριμες ράγες. Στα μεγάλα, παραδοσιακά κόμματα, οι θέσεις των κοινοβουλευτικών συνεργατών σπάνια περνούν από το φως της δημόσιας προκήρυξης. Παραμένουν μια εσωτερική, σχεδόν μυστικοπαθής υπόθεση. Τα κριτήρια εκεί είναι προκαθορισμένα από μια παλιά, φθαρμένη πολιτική κουλτούρα: η κομματική νομιμοφροσύνη, η προεκλογική προσφορά στην πρώτη γραμμή των συγκεντρώσεων, η ανάγκη να «τακτοποιηθούν» αποτυχόντες υποψήφιοι ή δραστήρια στελέχη των κομματικών νεολαιών. Σε αυτό το περιβάλλον, ο συνεργάτης δεν επιλέγεται για να αμφισβητήσει, να ελέγξει ή να εμπλουτίσει τη σκέψη του βουλευτή, αλλά για να λειτουργήσει ως ένας πιστός κομματικός επίτροπος, ένας προσωπικός βοηθός που θα διαχειρίζεται τις δημόσιες σχέσεις και τις ισορροπίες του γραφείου.
Ωστόσο, η νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στη Βουλή κάνει αυτή την προσέγγιση επικίνδυνη. Με μια σύνθεση που περιλαμβάνει πολλούς νέους, άπειρους και πολιτικά αδιαμόρφωτους βουλευτές, ο ρόλος του κοινοβουλευτικού συνεργάτη παύει να είναι δευτερεύων. Γίνεται το πραγματικό «μυαλό» πίσω από τα έδρανα. Όταν ένας βουλευτής στερείται της απαραίτητης θεσμικής εμπειρίας, η επιλογή των ανθρώπων που θα τον πλαισιώσουν αποτελεί την πρώτη, ουσιαστική πράξη της πολιτικής του ηθικής. Αν οι δημόσιες αγγελίες στα social media αποδειχθούν απλώς ένα έξυπνο, ψηφιακό πυροτέχνημα για τη συλλογή «likes» και επικοινωνιακών εντυπώσεων, και τελικά οι θέσεις δοθούν σε φίλους, συγγενείς ή δημοφιλείς ακόλουθους του TikTok, τότε η απογοήτευση της κοινωνίας θα είναι διπλή και πολύ πιο βίαιη.
Ποια θα έπρεπε, όμως, να είναι η πραγματική περιγραφή εργασίας για αυτή την κρίσιμη θέση;
Σε μια ώριμη, σύγχρονη δημοκρατία, ο κοινοβουλευτικός συνεργάτης δεν είναι ούτε γραμματέας για να κανονίζει ραντεβού, ούτε φωτογράφος, ούτε χειριστής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης του βουλευτή.
Είναι, πάνω από όλα, Επιστημονικός Σύμβουλος.
Η εργασία του απαιτεί υψηλή εξειδίκευση και συγκεκριμένες δεξιότητες. Είναι ο άνθρωπος που οφείλει να κάνει βαθύ νομοπαρασκευαστικό έργο: να μελετά, να αναλύει και να εντοπίζει τις νομικές ή οικονομικές παγίδες σε νομοσχέδια εκατοντάδων σελίδων που καταθέτει η εκάστοτε Κυβέρνηση. Είναι αυτός που πρέπει να μετατρέπει τα δίκαια αιτήματα της κοινωνίας σε έγκυρες, εφαρμόσιμες Προτάσεις Νόμου. Και το κυριότερο, είναι ο υπεύθυνος για την έρευνα και την τεκμηρίωση. Οφείλει να τροφοδοτεί τον βουλευτή με αδιάψευστα στοιχεία και στατιστικά δεδομένα, έτσι ώστε η συζήτηση στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές και στην Ολομέλεια να ξεφύγει επιτέλους από το επίπεδο του καφενείου και των φτηνών, λαϊκίστικων εντυπώσεων.
Η επιλογή των συνεργατών είναι ο καθρέφτης της ίδιας της Βουλής. Αντικατοπτρίζει το αν θέλουμε ένα Κοινοβούλιο-παράρτημα των κομματικών γραφείων και των επικοινωνιακών επιτελείων, ή ένα ζωντανό, σοβαρό νομοθετικό σώμα που σέβεται τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη που το χρηματοδοτεί.
Η διαφάνεια δεν είναι απλώς μια λέξη για να γεμίζει αγγελίες στο διαδίκτυο, ούτε η αξιοκρατία μια υπόσχεση για τις προεκλογικές εξέδρες. Είναι η καθημερινή πράξη. Οι νέοι βουλευτές και τα κόμματα έχουν τώρα την ευκαιρία να αποδείξουν αν ήρθαν για να αλλάξουν το σύστημα ή αν απλώς βιάζονται να γίνουν μέρος του, αντιγράφοντας τις ίδιες, παλιές, πελατειακές συνήθειες. Και η κοινωνία, έχοντας πλέον πολύ χαμηλές αντοχές, τους παρακολουθεί στενά.