Ένα από τα κυριότερα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους υποστηρικτές ενός νέου συστήματος διορισμών στην εκπαίδευση ήταν η αξιοκρατία. Με πρόταξη τον διορισμό των αρίστων, των καλύτερων εκπαιδευτικών, ψηφίστηκε το νέο σχέδιο διορισίμων στις 9 Ιουλίου 2015.
Τα προβλήματα που απορρέουν από το ΝΣΔΕ αναδείχθηκαν πολύ πριν την ψήφισή του. Με συνεχή αρθρογραφία, είχαν επισημανθεί οι στρεβλώσεις, η έλλειψη επιστημονικότητας, η απουσία θεσμικού διαλόγου, η ανεπαρκής και ουσιαστική μελέτη του σχεδίου και τα νομικά κενά. Τα προβλήματα αυτά, διαφάνηκαν ξεκάθαρα με την πρώτη εφαρμογή του το 2017 και συνεχίζουν να βασανίζουν χιλιάδες συναδέλφους μέχρι και σήμερα. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα και το εργασιακό μέλλον των υποψηφίων έχει μπει σε έναν φαύλο κύκλο, με τους επηρεαζόμενους συναδέλφους να βρίσκονται σε έναν συνεχή μαραθώνιο άγχους και αβεβαιότητας.
Από την ψήφιση του νέου συστήματος διορισμού μέχρι σήμερα έχουν διεξαχθεί τρεις εξεταστικές και έχουν ανακοινωθεί εκατοντάδες διορισμοί τα τελευταία 5 χρόνια. Κάθε 2 χρόνια διεξάγονται πολύπλοκες, χρονοβόρες και επίπονες διαδικασίες, τόσο για τους υποψηφίους όσο και για την αρμόδια Αρχή. Διαδικασίες οι οποίες έχουν μεγάλο κόστος, σε χρήματα αλλά και σε χρόνο, για την Πολιτεία και τους συμμετέχοντες. Το παράδοξο είναι πως μετά από όλη αυτή την τιτάνια προσπάθεια από τους χιλιάδες εμπλεκομένους, με τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζονται οι κατάλογοι δεν μπορεί να γίνει κανένας ουσιαστικός έλεγχος, καμία επιβεβαίωση πως όντως αυτοί που στο τέλος επιτυγχάνουν είναι αυτοί που διορίζονται.
Οι κατάλογοι διορισίμων σε πλήρη αντίφαση με τους καταλόγους διοριστέων δεν είναι ονομαστικοί. Ουσιαστικά, ανακοινώνονται μόνο το έτος εξέτασης και ο αριθμός δελτίου υποψηφίου. Επομένως, όταν κατά καιρούς ανακοινώνονται διορισμοί από αυτούς τους καταλόγους, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να ελεγχθεί αν ο υποψήφιος είναι όντως ο εκπαιδευτικός που έχει διοριστεί. Υπάρχει επίσης, αδυναμία σύγκρισης των υποψηφίων μεταξύ τους και είναι αδύνατον για κάποιον να ελέγξει, να αξιολογήσει, να διαπιστώσει αν έγινε η μοριοδότηση όπως έπρεπε. Πρακτικά ο κάθε υποψήφιος, μπορεί να δει πληροφορίες μόνο για τον ίδιο. Αν εκ παραδρομής έχει γίνει κάποιο λάθος στη μοριοδότηση, κάποιου ανθυποψηφίου, είναι αδύνατο να εντοπιστεί και να γίνει σχετική ένσταση προς την αρμόδια Αρχή. Σαφέστατα, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως τίθεται θέμα προσωπικών δεδομένων, ειδικά από τη στιγμή που στους καταλόγους διοριστέων δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Πρόδηλα προκύπτουν ζητήματα διαφάνειας και είναι εύλογη η καχυποψία και η παραφιλολογία που αναπτύσσεται.
Παράλληλα, ενώ έχει ανακοινωθεί η μέθοδος της στατιστικής επεξεργασίας που τυγχάνουν τα αποτέλεσμα της εξέτασης, η αρμόδια Αρχή αρνείται να ανακοινώσει τα αποτελέσματα της αναγωγής για κάθε επί μέρους εξέταση. Χωρίς αυτή την πολύτιμη πληροφορία δεν μπορούν οι υποψήφιοι να ελέγξουν αν τα αποτελέσματά τους είναι σωστά. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων διορισίμων ανακοινώνονται εφαρμόζοντας τη Στατιστική επεξεργασία, η οποία ενδεχομένως να αλλοιώνει σε κάποιο ή μεγάλο βαθμό, την κατάταξη των επιτυχόντων. Σύμφωνα με την επίσημη πλευρά, τα αποτελέσματα πρέπει να γίνουν συγκρίσιμα με τις προηγούμενες και επόμενες χρονιές. Προφανώς όμως, υπάρχει το ενδεχόμενο, με διαφορετική στατιστική μέθοδο να είχαμε διαφορετική σειροθέτηση των διορισίμων εκπαιδευτικών. Υπάρχει δε η παραδοξότητα, σε μια εξεταστική διαδικασία να αφαιρούνται βαθμοί, όχι για λάθη στο εξεταστικό δοκίμιο, αλλά ως αποτέλεσμα στατιστικής επεξεργασίας. Μια άλλη παράμετρος οφθαλμοφανούς αδιαφάνειας, είναι το γεγονός πως οι εξεταζόμενοι δεν έχουν δικαίωμα επαναξιολόγησης των γραπτών τους.
Μια άλλη παραδοξότητα είναι το σημείο εφαρμογής της στατιστικής επεξεργασίας. Ενώ στους αρχικούς κανονισμούς υπήρχε πρόνοια εφαρμογής της στατιστικής επεξεργασίας μόνο για τους υποψηφίους που είχαν επιτύχει στις εξετάσεις (δηλαδή που είχαν λάβει βαθμό πέραν του 50% σε κάθε μία εξέταση), το 2019 τροποποιήθηκαν οι κανονισμοί έτσι ώστε η στατιστική επεξεργασία να εφαρμόζεται σε όλους τους υποψηφίους. Με την πρώτη μέθοδο θα παρατηρείτο το φαινόμενο εξεταζόμενοι που έλαβαν βαθμολογία κάτω από τη βάση αλλά με την αναγωγή θα περνούσαν, να αποτυγχάνουν, ενώ με την υφιστάμενη μέθοδο παρατηρείται το φαινόμενο υποψήφιοι που πέτυχαν βαθμολογία πάνω από τη βάση να αποτυγχάνουν μετά από αναγωγή. Τόσο η μία όσο και η άλλη μέθοδος αδικούν μερίδα υποψηφίων και το γεγονός πως οι διαδικασίες και οι κανονισμοί αλλάζουν από χρόνο σε χρόνο, θέτει σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της όλης διαδικασίας. Ενδεχομένως δε, να προκύπτουν και νομικά ζητήματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Και στις τρεις σειρές εξετάσεων, από τη μελέτη των αποτελεσμάτων, διαφάνηκε η αποτυχία των αξιολογικών εργαλείων να κάνουν τη δουλειά τους. Τα χαμηλά ποσοστά επιτυχίας και στις εξετάσεις του 2021 (Δάσκαλοι: 19,47%, Νηπιαγωγοί: 42,42%, Λογοθεραπευτές: 53,39%, Φιλόλογοι: 9,86%, Μαθηματικοί: 10,09%) καταδεικνύουν την προφανή αποτυχία των δοκιμίων να αξιολογήσουν σωστά. Τα δοκίμια είναι παραδεκτό, πως ετοιμάζονται με λογική εξέτασης μαθητών και όχι επιστημόνων. Ενώ τα δοκίμια θα έπρεπε να περιλάμβαναν πρακτικές εφαρμογές γνωστικού περιεχομένου, ουσιαστικά αποτελούν αξιολόγηση απομνημόνευσης πληροφοριών και επίλυση ασκήσεων. Συνεπώς, δεν λαμβάνεται υπόψη, πως η απλή απομνημόνευση γνώσεων δεν μπορεί από μόνη της και αποπλαισιωμένη, να εντοπίσει τον ικανό εκπαιδευτικό.
*Ο Μιχάλης Αλεξόπουλος είναι γενικός γραμματέας Α.Κί.ΔΑ και μέλος του ΔΣ ΠΟΕΔ και ο Λεωνίδας Χατζηλοΐζου, γενικός οργανωτικός γραμματέας Α.Κί.ΔΑ και γενικός οργανωτικός γραμματέας ΠΟΕΔ.