To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Ερωτοτροπία με τη λαϊκή θυμοσοφία
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΓΝΩΜΕΣ • Ερωτοτροπία με τη λαϊκή θυμοσοφία
  16 Δεκεμβρίου 2019, 8:56 πμ  
Στέφανος Παντελίδης: «Εκεί που δεν με σπέρνουν»,  εκδόσεις Βακχικόν, 2019.
 
Ο Στέφανος Παντελίδης παραμένει ένας ποιητής αιρετικός, ειρωνικός, αποφθεγματικός - ενίοτε «βλάσφημος» έως «υβριστικός» - κατά του καθωσπρεπισμού, της καθεστηκυίας τάξης, των συντηρητικά παγιωμένων καταστάσεων, του politically correct και της  «νοικοκυροσύνης». Η νέα συλλογή του «Εκεί που δεν με σπέρνουν», 2019, αποτελεί φυσιολογική συνέχεια της προηγούμενης «Πάω γυρεύοντας», 2016, που παρουσιάστηκε από τη στήλη στις 30.1.2017. Ο ποιητής παραμένει συνεπής στο ύφος του, στην ανατρεπτική του διάθεση, στην αποφθεγματικότητα, την επιγραμματικότητα, αλλά και την καθαρότητα των μηνυμάτων του.
 
Ο Στ. Π. παίρνει μια φράση της καθομιλουμένης, της καθημερινότητας, τετριμμένη και κοινή, αλλά την αναγάγει σε modous vivendi και σε ποιητικό credo. Γενικά, θα χαρακτήριζα την όλη στάση του ως αντίσταση στο φορμαλισμό: «Φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν / πάνω σε βράχους και γκρεμούς. / …Δεν είμαι για τις γλάστρες τους / δεν είμαι για τα βάζα τους εγώ / - να βάλουν άλλους μέσα». (σελ. 11)
 
Συχνά οι στίχοι του Στ. Π. προσομοιάζουν με ηχηρά ραπίσματα στις παρίες του καθωσπρεπισμού, της υποκρισίας και της επιτήδευσης που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο κοινωνικό περιβάλλον. Στο ποίημα που ακολουθεί, από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου, χλευάζονται, ιδιαιτέρως εύστοχα, οι έχοντες εξουσία, την όποια εξουσία. Φτάνει που αυτή ενασκείται επί άλλων ανθρώπων, για να διεγείρει τα αντανακλαστικά ένστικτα του ποιητή: «Είμαι πιο πονηρός από ιερέα / πιο άδικος από δικαστή / πιο άνομος από αστυνόμο / πιο μικροπρεπής από βουλευτή. / Να με προσέχεις / - γιατί είμαι εσύ». (σελ. 83)
Σε αυτή τη συλλογή, μέσα στους στίχους του Στ. Π., πιστεύω πως εντόπισα και κάτι από το αυθάδικο, μποέμικο, αυτάρεσκο ίσως, και σαρκαστικό ύφος του Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, κυρίως του πρωίμου Μαγιακόφσκι, της προεπαναστατικής περιόδου: «Πολλά χρόνια μετά τον θάνατό μου / εύχομαι κάποιος ν’ απαγγείλει ένα μου ποίημα. / Και τότε / θα κυλήσει η μεγάλη στρογγυλή πέτρα / - αυτή που θα φράζει τον τάφο μου - / και θα βγω έξω, / θα συναντήσω έναν – έναν τους νέους μου αναγνώστες / και θα τους ‘πείσω’ δείχνοντας / τις τρύπες στην καρδιά μου». (σελ. 21)
 
Ο Στ. Π. πραγματεύεται ποικιλότροπα την αθανασία. Το λέει εξάλλου ευθαρσώς και στη μία από τις δύο προμετωπίδες του βιβλίου του, όταν διερωτάται: «Δεν είναι όλα μια μάχη με τη θνητότητα;». (σελ. 10) Επί του ιδίου θέματος παραθέτω ακόμα ένα ποίημα που επίσης θεωρώ δείγμα αυθάδικης μαγιακοφσκικής αυταρέσκειας: «Για να μπω στα ‘ευπώλητα’ / θα θέσω τέρμα στη ζωή μου. / ‘Ποιητής αυτόχειρας’ / θα σκίσω τα βιβλία μου / θα φάω μια - μια τις σελίδες / το πρωί θα με βρουν νεκρό / ‘από υπερβολική δόση ωμής ποίησης’». (σελ. 77)
 
Από τις καλές στιγμές του βιβλίου θεωρώ κι ένα ποίημα χλευαστικό – ερωτικό, σαρκαστικό – ειρωνικό, μα πάνω απ’ όλα πλέρια σατιρικό για τη σύγχρονη τεχνολογική εποχή. Για την εποχή που όλα τα απογυμνώνει, όλα τα αποδομεί και τα αποστερεί από την όποια φαντασία, ρομαντισμό, λυρισμό, συστολή και πάθος: «Τι να σου τραγουδήσει, / κόρη όμορφη και λυγερή, / τώρα που τα’ χεις όλα σε mp3; / Τι σόι ποίημα να σου γράψει / που να χωράει σε tweet; / Θέλει να σου φωνάξει ‘σε αγαπώ’ / μα δεν μπορεί. / Δεν ξέρει πως. / Γι’ αυτό σου κάνει like / στην τελευταία σου selfie». (σελ. 29)
 
Ο ποιητής παραμένει συνεπής και στον διακηρυγμένο, από την προηγουμένη συλλογή, αθεϊσμό του. Είναι και επί τούτου ευθύς, ακαριαίος, χωρίς επιτήδευση και πλαγιοδρομήσεις ή άλλες υπεκφυγές. Πιστεύω ακόμη πως στην προκειμένη περίπτωση η απλότητα της διατύπωσης διευρύνει και τα περιθώρια αποδοχής της όλης τοποθέτησης: «Θεέ μου / δώσε μου / σοφία ν’ αντιληφθώ / πως δεν υπάρχεις / και δύναμη να ζήσω / με τούτη την επίγνωση». (σελ. 52)
 
Ο Στ. Π. αντιμάχεται  τα κλισέ και τα στερεότυπα, όπου κι αν τα συναντά. Και ασφαλώς δεν εξαιρεί τα δημοσιογραφικά κλισέ. Όπως στην προκειμένη περίπτωση όπου, υπό τον τίτλο: «’Ανείπωτη’ τραγωδία», λέει: «Αφού είναι ανείπωτη / γιατί την ξεστομίζετε; / …Σωπάστε / επιτέλους… / - σεβαστείτε το αίτημά της να παραμείνει ανείπωτη». (σελ. 14)
 
Συχνά ο ποιητής επιστρατεύει τη λαϊκή θυμοσοφία βιωματικής θεώρησης των πλείστων υπαρξιακών ζητημάτων. Αντλεί από τις απλές κουβέντες της καθημερινότητας, ρήσεις και στοιχεία, προκειμένου να τοποθετηθεί ποιητικά: «Δεν φταίει ο άνεμος που μας σκορπά / - φταίει που είμαστε φύλλα». (σελ. 36) Με δυο λόγια, ο Στ. Π. θέλει τον άνθρωπο πιο στέρεο, πιο στιβαρό, πιο σταθερό επί της γης και κυρίως επί του κοινωνικού γίγνεσθαι.
 
Στο ίδιο θεματικό μοτίβο, έχοντας στη φαρέτρα του τη λιτή και απλή θυμοσοφία της ζωής, ο ποιητής τοποθετείται με παραστατικότητα, ευθυβολία, καθαρότητα σκέψης και διατύπωσης. Εδώ υποβόσκει κι ένας πειστικός, στιβαρός ρεαλισμός: «Στο πρώτο μισό της ζωής / γεμίζουμε αποσκευές με τα όνειρά μας. / Στο δεύτερο μισό / βαραίνουν οι αδειανές αποσκευές στους ώμους / καθώς αναζητούμε τα όνειρά μας / στ’ απολεσθέντα». (σελ. 55)
 
Ο Στ. Π. ερωτοτροπεί συχνά με τη λαϊκή θυμοσοφία. Εκεί όπου την …παντρεύεται κιόλας, είναι όταν μετέρχεται την κυπριακή διάλεκτο. Πρόκειται για το μοναδικό ποίημα στο βιβλίο που αποδίδεται στο ιδίωμά μας και με το οποίο θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση: «Ο χάρος εν ένι γλυτζιής / - ούτε με τους πολλούς / ούτε τζιαι με τους λλίους. / Γλυτζιά εν η ζωή / τζι ας ξησιειλίζει πίκρες». (σελ. 61)
   
  Γιώργος Φράγκος   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...