Τα συσκευασμένα σνακ, όπως μπισκότα, κράκερ και σοκολάτες, αποτελούν μια γρήγορη και πρακτική λύση στην απαιτητική καθημερινότητα, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα δημοφιλή. Ωστόσο, περίπου 1 στους 4 ενήλικες, παρότι ακολουθεί γενικά μια υγιεινή διατροφή, υπονομεύει τα οφέλη της επιλέγοντας ανθυγιεινά ενδιάμεσα γεύματα. Ποιοι είναι, όμως, οι κίνδυνοι αυτής της συνήθειας;
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο European Journal of Nutrition, όσοι επιλέγουν ανθυγιεινά σνακ διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιαγγειακές παθήσεις.
Οι επιστήμονες από το King’s College του Λονδίνου και τη Σχολή Επιστημών Διαβίωσης και Πληθυσμού ανέλυσαν τις διατροφικές συνήθειες 854 ατόμων στο πλαίσιο της μελέτης ZOE PREDICT. Τα ευρήματα έδειξαν ότι περίπου οι μισοί συμμετέχοντες δεν διατηρούσαν την ίδια ποιότητα διατροφής μεταξύ κύριων γευμάτων και σνακ. Αυτή η ασυνέπεια επηρέαζε αρνητικά δείκτες όπως το σάκχαρο και τα λιπίδια στο αίμα, ενώ η βελτίωσή της θα μπορούσε να αποτελέσει μια απλή στρατηγική για καλύτερη υγεία.
Όπως σημειώνει η Δρ Sarah Berry, «δεδομένου ότι το 95% των ανθρώπων καταναλώνει σνακ και ότι σχεδόν το ένα τέταρτο των ημερήσιων θερμίδων προέρχεται από αυτά, η αντικατάσταση ανθυγιεινών επιλογών, όπως πατατάκια και γλυκά, με φρούτα και ξηρούς καρπούς αποτελεί έναν εύκολο τρόπο βελτίωσης της υγείας».
Στη Βρετανία, το 24% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης προέρχεται από σνακ. Κατά μέσο όρο, οι συμμετέχοντες κατανάλωναν 2,28 σνακ την ημέρα, με σχεδόν τους μισούς να περιορίζονται σε δύο, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό ξεπερνούσε αυτόν τον αριθμό.
Παρότι το τσιμπολόγημα μεταξύ των γευμάτων δεν θεωρείται απαραίτητα επιβλαβές, η ποιότητα των επιλογών είναι καθοριστική. Όσοι προτιμούσαν υγιεινά σνακ, όπως φρούτα και ξηρούς καρπούς, είχαν περισσότερες πιθανότητες να διατηρούν φυσιολογικό βάρος και παρουσίαζαν καλύτερη μεταβολική υγεία, καθώς και μειωμένο αίσθημα πείνας.
Αντίθετα, το 26% των συμμετεχόντων, παρότι κατανάλωνε υγιεινά κύρια γεύματα, επέλεγε σνακ χαμηλής ποιότητας, όπως υπερεπεξεργασμένα και πλούσια σε ζάχαρη τρόφιμα. Αυτό συνδέθηκε με υψηλότερο Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), αυξημένο σπλαχνικό λίπος και μεγαλύτερα επίπεδα τριγλυκεριδίων μετά το φαγητό, παράγοντες που σχετίζονται με σοβαρές παθήσεις όπως καρδιαγγειακά νοσήματα και παχυσαρκία. Επιπλέον, τα σνακ αυτά δεν βοηθούσαν ουσιαστικά στον έλεγχο της πείνας.
Σε ό,τι αφορά τις θερμίδες, τα μεγαλύτερα ποσοστά προέρχονταν από κέικ και πίτες (14%), δημητριακά πρωινού (13%), παγωτά και κατεψυγμένα επιδόρπια (12%), ντόνατς και γλυκά (12%), ζαχαρωτά (11%), μπισκότα και brownies (11%), αλλά και ξηρούς καρπούς και σπόρους (11%).
Ιδιαίτερη σημασία φαίνεται να έχει και η ώρα κατανάλωσης, καθώς τα σνακ μετά τις 9 το βράδυ συνδέθηκαν με χειρότερους δείκτες αίματος σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ημέρας.