Ανησυχία προκαλούν τα επιδημιολογικά δεδομένα στην Αμμόχωστο, όπως παρουσιάζονται στην Έθνική Αναφορά. Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά στοιχεία, η επαρχία Αμμοχώστου συνέχισε την ανοδική πορεία ως προς τα θετικά περιστατικά COVID-19 και πλέον βρίσκεται στην πρώτη θέση με 452,3 θετικά περιστατικά ανά 100.000 σε σύγκριση με 383,8./100.000 που κατέγραφε η έκθεση της περασμένης εβδομάδας.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Λεμεσός με νέα μείωση (428.7/100.000 έναντι 465,9/100.000) ενώ η επαρχία Λευκωσίας καταγράφει νέο αρνητικό ρεκόρ με 335,1/100.000 έναντι 284,1/100.000 κατοίκους. Η Λάρνακα καταγράφει 376 ασθενής ανά 100.000 κατοίκους ενώ η Πάφος βρίσκεται πλέον στην τελευταία θέση με μόλις 123/100.000.
Αναλύοντας τα επικαιροποιημένα επιδημιολογικά δεδομένα, ο Πρόεδρος της Τεχνικής Επιτροπής για την κατηγοριοποίηση των χωρών και μέλος της ΣΕΕ, Γιώργος Νικολόπουλος, μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου, που παρέθεσε μαζί με τη Σύμβουλο του Υπουργού Υγείας και μέλος της ΣΕΕ κα Ζωή-Δωροθέα Πανά και τον Επικεφαλής της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής για τον κορωνοϊό, Καθηγητή Κωνσταντίνο Τσιούτη ανέφερε ότι «εξακολουθούμε να παρατηρούμε ότι οι 8 στις 10 επιβεβαιωμένες περιπτώσεις αποτελούν εγχώριες λοιμώξεις». Σε ό,τι αφορά στους θανάτους, «φθάσαμε τους 49 με τη θνητότητα να βρίσκεται στο 0,5%». Περαιτέρω, ως χώρα, «εξακολουθούμε να κινούμαστε σε μέσους όρους μεταξύ 200 και 250 περιστατικών την ημέρα και τις προηγούμενες ημέρες είχαμε και ημερήσιο αριθμό πάνω από τα 300. Αν λάβουμε υπόψη ότι είχαμε πολύ μεγάλο αριθμό τεστ αυτό μας δείχνει ότι βρισκόμαστε σε σταθερά ψηλά επίπεδα, αλλά θα επιθυμούσαμε να το μειώσουμε αυτό».
Για την αναλογία κρουσμάτων ανά 100,000 πληθυσμού, ο κ. Νικολόπουλος εξήγησε ότι «η Πάφος κινείται καθαρά προς τα κάτω και έχει πέσει στα 130/100,000 και η Λεμεσός παρουσιάζει μια σαφή μείωση». Σε παγκύπρια κλίμακα, η αναλογία βρίσκεται πάνω από το 300/100,000 ενώ η Αμμόχωστος έχει ξεπεράσει αυτή τη στιγμή τη Λεμεσό, η Λευκωσία επίσης παρουσιάζει αύξηση και ακολουθεί η Λάρνακα». Επομένως, είπε, «βλέπουμε ότι οι τρεις από τις τέσσερις επαρχίες συγκλίνουν στο ίδιο επίπεδο και αυτό δικαιολογεί και τον παγκύπριο χαρακτήρα των μέτρων».
Σε ό,τι αφορά στα δεδομένα που αφορούν το Σύστημα Υγείας, «παρακολουθούμε τους δείκτες. Κατά μέσο όρο έχουμε εννέα εισαγωγές κάθε μέρα. Εξακολουθούμε να είμαστε σε ψηλά επίπεδα χωρίς να βλέπουμε κάποια τάση για μείωση». Για τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, «έχουμε μια κορυφή, ψηλότερη από την πρώτη φάση της πανδημίας. Φθάσαμε κάποια μέρα στους 17 ασθενείς στη ΜΕΘ. Σε κάθε περίπτωση αυτό αποτελεί ένα βασικό δείκτη στον οποίο δίνουμε σημασία».
Απαντώντας σε ερώτηση για την επιδημιολογική εικόνα που παρουσιάζει η Αμμόχωστος, ο κ. Νικολόπουλος ανέφερε ότι «σε αυτό που βλέπουμε έχουν συμβάλλει και τα πολλά τεστ που γίνονται και μπήκαν τώρα και τα αντιγονικά τεστ και κρατάμε λίγο πιο ανησυχητικό το γεγονός ότι στα τεστ ταχείας διάγνωσης, βλέπουμε το ποσοστό θετικότητα, να έχει μια αυξητική τάση. Νομίζω ότι πρέπει να περιμένουμε κάποιες μέρες να δούμε αν θα αποδώσει η παγκύπρια στρατηγική. Σε κάθε περίπτωση όμως, χρειάζεται επαγρύπνηση και παρακολούθηση στην Αμμόχωστο».
Ερωτηθείς για τα όρια που έχουν θέσει οι επιστήμονες και στα οποία θα βασιστούν οι επόμενες εισηγήσεις τους σε συνάρτηση και με την περίοδο των Χριστουγέννων, ο κ. Νικολόπουλος απάντησε ότι «δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος αριθμός για να τον πούμε. Θα έλεγα ότι από τη στιγμή που έχουμε τον δείκτη των 150/100,000 πληθυσμού, βλέπουμε ότι έχουμε αυξημένο φορτίο. Από εκεί και πέρα, κοιτάμε τις διαγνώσεις μέσα στον πληθυσμό, τον αριθμό αναπαραγωγής, ο οποίος στη Λεμεσό και στην Πάφο έχει πέσει κάτω από το 1, ενώ στις άλλες τρεις Επαρχίες είναι πάνω από το 1 και για εμάς παίζει μεγάλο ρόλο και το τι συμβαίνει στο Σύστημα Υγείας. Επίσης, δίνουμε μεγάλη σημασία και στο ποσοστό θετικότητας, άρα είναι πολλά στοιχεία τα οποία κοιτάζουμε». Εκείνο «που ίσως θα μπορούσε να μας βοηθήσει κάπως είναι να δούμε να σταματά αυτή η αύξηση που τώρα βλέπουμε στις τρεις Επαρχίες και ιδανικά, να δούμε και κάποια πτώση».
Σε παρέμβασή του για την ίδια ερώτηση, ο Καθηγητής Κωνσταντίνος Τσιούτης ανέφερε ότι «δεν ενεργούμε χρησιμοποιώντας μόνο αντικειμενικά επίπεδα και δείκτες, αλλά συνδυάζουμε τις διαπιστώσεις μας. Οι περισσότερες χώρες έφθασαν στον εγκλεισμό, διότι είχαν φθάσει σε σημείο κορεσμού τα Συστήματα Υγείας. Αυτό είναι και για εμάς πολύ σημαντικό. Από εκεί και πέρα έχουμε άλλους δείκτες που μπορεί να μας δείξουν την πορεία που ακολουθούμε, αλλά από μόνοι τους δεν μπορούν να μας πουν κάτι. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια για να προχωρήσουμε σε αποκλιμάκωση των μέτρων».
Ευπαθείς στην Κύπρο είναι ένα τεράστιο ποσοστό νέων ανθρώπων, επεσήμανε με τη σειρά του ο Επικεφαλής της Επιδημιολογικής Ομάδας, Δρ. Κωνσταντίνος Τσιούτης. Τα μέλη της ΣΕΕ τόνισαν πως ακόμα και μετά τον εμβολιασμό του πληθυσμού, θα συνεχίσουμε να ζούμε με μέτρα, αν και αυτά θα είναι πιο χαλαρά.
Στην αρχική του τοποθέτηση, ο Καθηγητής Κωνσταντίνος Τσιούτης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις εικόνες συνωστισμού που καταγράφηκαν τις τελευταίες ημέρες «είτε σε πολυκαταστήματα και εμπορικά κέντρα, είτε σε χώρους λατρείας, εκκλησίες, κλπ».
«Είδαμε, δυστυχώς, μεγάλο αριθμό συμπολιτών μας να συνωστίζονται σε διάφορους χώρους, καταστήματα, πολυκαταστήματα, χώρους λατρείας και εκκλησίες. Αυτά, είναι φαινόμενα που δεν θα θέλαμε να βλέπαμε και θα περιμέναμε ότι εννέα μήνες που διανύουμε τώρα μέσα στην πανδημία, ο καθένας θα είχε καταλάβει τις δικές του ευθύνες για να προστατεύσει τον εαυτό του, την κοινωνία, τους δικούς του ανθρώπους». Ως Συμβουλευτική Επιστημονική Επιτροπή, είπε ο κ. Τσιούτης, «θέλουμε να τονίσουμε, για άλλη μια φορά, τον ρόλο που έχει ο καθένας και την ευθύνη που έχει ο καθένας μας σε αυτή την προσπάθεια. Είναι ξεκάθαρο, τέτοιες πράξεις είναι επικίνδυνες για την υγεία των γύρω μας και σίγουρα και για την αποτελεσματικότητα των μέτρων που εφαρμόζονται και ταλαιπωρούν όλους μας».
«Αντιλαμβανόμαστε ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν ανάγκη να προβαίνουν σε κάποιες ενέργειες, όπως το να παραστούν σε μια λειτουργία, αλλά να μην ξεχνάμε ότι την ίδια ώρα, έχουμε ανθρώπους που έχουν προβλήματα με την εργασία τους, έχουμε πέραν των 100 ασθενών καθημερινά στα νοσοκομεία, άρα έχουμε και 100 οικογένειες που ανησυχούν και η σύστασή μας είναι να εφαρμόζουμε τα μέτρα. Ας βάλουμε την υγεία των οικείων μας στις επιλογές που θα κάνουμε καθημερινά τις επόμενες ημέρες», είπε.
Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που βρίσκονται σε εφαρμογή από τα μεσάνυκτα της Δευτέρας, ο κ. Τσιούτης ανέφερε ότι «όλοι μπορούμε να αντιληφθούμε ότι κάποια από τα μέτρα προκαλούν ταλαιπωρία και αντιδράσεις, ωστόσο είναι πολλά εκείνα που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη».
Ακολούθως, ανέλυσε τα δεδομένα, όπως αυτά διαμορφώνονται τις τελευταίες ημέρες. «Θα ήθελα να κάνω αναφορά στον μεγάλο αριθμό εξετάσεων που γίνονται κάθε μέρα. Έχουν πολλαπλασιαστεί τα τεστ και αυτά μας έχουν δώσει πάρα πολλές πληροφορίες. Μας έχουν βοηθήσει να βγάλουμε πολλά σημαντικά συμπεράσματα και να δούμε την όποια βελτίωση έχουμε, είτε τοπικά είτε σε όλη τη χώρα».
Για την ετοιμότητα του Συστήματος Υγείας ανέφερε ότι «υπάρχει ένα πολύ λεπτομερές πλάνο. Φθάσαμε αρκετά κοντά σε ένα κρίσιμο όριο, αλλά έχουμε ακόμα μεγάλη εφεδρεία για να εξυπηρετήσουμε τους ασθενείς μας» Βεβαίως, επεσήμανε, «να μην ξεχνάμε ότι όσο αυξάνεται η πληρότητα των κλινών, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να προσφέρονται οι άλλες υπηρεσίες υγείας και αυτό δεν θέλουμε να το δούμε να συμβαίνει».
Αναφερόμενος στην αντιμετώπιση της πανδημίας στην Κύπρο, ο κ. Τσιούτης ανέφερε ότι «η Κύπρος είχε σημαντικές επιτυχίες μέχρι τώρα. Είμαστε σε πολύ κρίσιμο επίπεδο βεβαίως τώρα, αλλά να μην ξεχνάμε και τα θετικά που έχει καταφέρει η Κύπρος». Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε ο Καθηγητής, «η Κύπρος, πέρασε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς μεγάλο πρόβλημα και όπου παρουσιάζονταν κάποιες εξάρσεις, αντιμετωπίζονταν γρήγορα». Ταυτόχρονα, η Κύπρος έχει μια τεράστια αναλογία εργαστηριακών ελέγχων και οι μαζικοί έλεγχοι που γίνονται τις τελευταίες εβδομάδες έχουν προσθέσει και σε αυτό». Το σημαντικότερο, είπε, «είναι το γεγονός ότι η Κύπρος είναι από τις λίγες χώρες της Ευρώπης που δεν έχουν φθάσει σε σημείο κορεσμού των δεικτών του Συστήματος Υγείας και αυτό είναι κάτι το οποίο θέλουμε να κρατήσουμε».
Ο Επικεφαλής της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής ανέφερε καταλήγοντας ότι «το να βλέπουμε να πέφτουν οι δείκτες δεν σημαίνει ότι έχουμε φύγει από τον κίνδυνο» και εξήγησε, «όταν λέμε για τις ευπαθείς ομάδες πρέπει να γνωρίζουμε ότι ευπαθείς στην Κύπρο είναι ένα τεράστιο ποσοστό νέων ανθρώπων. Επίσης, δεν βλέπουμε μόνο τον αριθμό ή το ποσοστό των θανάτων, επειδή κάποιοι επαναλαμβάνουν συνεχώς τα χαμηλά ποσοστά, βλέπουμε παράλληλα τη διάρκεια νοσηλείας των ασθενών, τον χρόνο που θα χρειαστούν μετά για να επανέλθουν, τα χρόνια προβλήματα που τους αφήνει η νόσος και τους υποχρεώνει να χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα. Δεν κοιτάμε ποτέ ένα δείκτη για να συμπεράνουμε πόσο βαριά είναι μια νόσος». Ακόμα κι όταν έρθει ο εμβόλιο, τόνισε, «θα υπάρχουν μετρά για κάποιο διάστημα, ίσως πιο χαλαρά, αλλά θα υπάρχουν».
Πηγή: philenews