Η Χρυστάλλα Βάσου, κοινωνιολόγος, προβληματίζεται γύρω από την τάση του ανθρώπου να θέλει κάθε φορά να διώξει τον παλιό το χρόνο.
Τι θα ζητούσατε φέτος από τον Άγιο Βασίλη; Μια δουλειά; Μια άλλη δουλειά; Μια προαγωγή; Ένα αφεντικό πιο κοντά στα μέτρα σας; Βελτίωση της (σωματικής, ψυχολογικής, οικογενειακής) κατάστασής μας; Ένα τυχερό λαχείο; Η αλήθεια είναι ότι η ανθρώπινη φιλοδοξία δεν έχει όρια. Έτσι, εξάλλου, εξελισσόμαστε. Πώς όμως προσεγγίζουμε την κάθε μας φιλοδοξία; Με απαιτητικότητα και απληστία, ή με ευγνωμοσύνη, υπομονή, ευαισθητοποίηση στα μαθήματα εκ παθημάτων και συστηματική προσπάθεια;
Γιατί αν η προσέγγισή μας ήταν η τελευταία, τότε θα αποφεύγαμε την εποχιακή αγανακτισμένη δήλωση: «Να φύγει το 2017, μπας και δούμε άσπρη μέρα!» Τι σημαίνει «να φύγει»…; Θα φύγει κάποια χρονική στιγμή. Κατά ποια άλλη έννοια θα θέλαμε να το διώξουμε όμως – και γιατί ελαφρά τη καρδία θέλουμε να διαγράψουμε ολόκληρα κεφάλαια της ζωής μας; Μόνο που, όταν παρακαλάμε να «φύγει» η χρονιά, δεν στηριζόμαστε σε κάτι που περιμένουμε, όπως μια εκδρομή και χαλάρωση το Σαββατοκύριακο ή οι καλοκαιρινές διακοπές. Το να ανυπομονούμε για κάτι έχει διαπιστωθεί και από κοινωνικές έρευνες ότι προκαλεί ευφορία, κάποιες φορές μεγαλύτερη κι από το ίδιο το γεγονός. Αν λοιπόν δικαιολογείται μερικώς η στάση αναμονής για το επόμενο σε αυτή την περίπτωση, κάθε άλλο παρά δικαιολογείται στην αλλαγή του χρόνου. Γι’ αυτό και καταλήγουμε κάθε χρόνο να λέμε το ίδιο. «Να φύγει αυτός ο χρόνος!» Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε ένα μέλλον που όχι μόνο δεν διαθέτει αλεξί-πονο, αλεξι-εμπόδιο, αλεξί-θλιπτο, αλεξί-αγχο (κατά το αλεξικέραυνο), μα ενδέχεται να μας φέρει περισσότερα τέτοια από όσα έφερε ο χρόνος που έφυγε. Και κάπου εκεί έρχεται το παράδοξο και θρυλικό «κάθε πέρσι και καλύτερα».
Τι φταίει για αυτή την προσέγγιση; Η κρίση. Η ανεργία. Οι κοινωνικές δομές. Η ηθική κρίση. Οι υπερδυνάμεις. Το αφεντικό μας. Η οικογένειά μας. Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη βαραίνει κάτι έξω από εμάς. Και μπορεί εν μέρει να φταίνε όλα αυτά, αλλά αρνούμενοι να αλλάξουμε, μεγαλώνουμε το φορτίο μας γιατί νιώθουμε αδύναμοι μπροστά στην όποια αναποδιά. Έχουμε αναπτύξει δυσανεξία σε κάθε αρνητικό συναίσθημα και βίωμα. Αρνούμαστε τη σκοτεινή μας πλευρά, το τρωτό της ανθρώπινης φύσης, την ανάγκη για υπομονή που χρειάζεται για να αποκτηθεί κάτι, τη σκιά που πονεμένες ιστορίες έχουν αφήσει πίσω τους να μας κυνηγά. Από πότε όμως η ζωή δεν έχει απογοητεύσεις, κόπο, ήττες, ανεκπλήρωτες (ή με καθυστέρηση εκπληρωμένες) επιθυμίες;
Όταν ήμασταν παιδιά, ξέραμε να ζητάμε από τον Άγιο Βασίλη αυτό που θέλουμε. Με μια διαφορά όμως. Έπρεπε να σκεφτούμε αν ήμασταν φρόνιμοι φέτος. Κι αν δεν ήμασταν, το αναγνωρίζαμε και πιθανό να δεσμευόμασταν ότι θα είμαστε στο εξής πιο καλοί. Αυτό λοιπόν φαίνεται να μας διαφεύγει καθώς μεγαλώνουμε. Ήμασταν «φρόνιμοι» φέτος; Δεν εννοώ να ξεκινήσουμε την ανελέητη αυτοκριτική, πέφτοντας και πάλι στη συνήθεια της μιζέριας και της αίσθησης του ανικανοποίητου. Υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στην αυτοκριτική που εκμηδενίζει και μας μειώνει σε δηλώσεις του τύπου «ποτέ δεν τα καταφέρνω» και σε αυτήν που εποικοδομητικά προσπαθεί να δώσει ένα νόημα σε ό,τι έγινε ώστε τελικά να αναλάβουμε την ευθύνη.
Μπορεί λοιπόν μια απόρριψη, μια απόλυση, ένας χωρισμός, μια οικογενειακή πρόκληση αρχικά να μας κάνουν να νιώθουμε ανεπαρκείς, αλλά επί της ουσίας μάς θυμίζουν το τρωτό και εξ αυτού τις ανεξάντλητες δυνατότητες βελτίωσης του ανθρώπου. Εκεί ακριβώς όμως είναι που μας δίνεται η ευκαιρία να ανανεώσουμε τα πρότυπα σκέψης και δράσης μας αν τα προηγούμενα έχουν αποδειχτεί ανεπαρκή. Έτσι εξελισσόμαστε.