Στο κενό έπεσε η έφεση καταδικασθέντα σε υπόθεση σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, παράνομης συνουσίας με νεαρό άνδρα κάτω των 13 ετών και συνουσίας με άτομο κάτω των 17 ετών. Κατόπιν δικής του παραδοχής ο άνδρας καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 16 ετών, ωστόσο προσέβαλε την καταδίκη επικαλούμενος ψυχικές και νοητικές διαταραχές.

Θέση του εφεσείοντα ήταν ότι υπήρχαν στοιχεία ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου που στοιχειοθετούσαν ψυχικές και νοητικές διαταραχές του και ως εκ τούτου λανθασμένα το πρωτόδικο δικαστήριο δεν διέταξε τη διεξαγωγή έρευνας, σύμφωνα με το Άρθρο 70 της Ποινικής Δικονομίας.

Στην απόφασή του το Ανώτατο Δικαστήριο σημειώνει ότι σε καμία από τις ιατρικές εκθέσεις που προσκομίστηκαν δεν τέθηκε ζήτημα ανικανότητας του εφεσείοντα να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Το Εφετείο παραπέμπει μάλιστα στην τότε δικηγόρο του εφεσείοντα, η οποία είχε δηλώσει πως ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημειώνει σχετικά: «Σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις, όπου ο δικηγόρος λειτουργεί στην παρουσία πελάτη του, υπέχει θέση αντιπροσώπου του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να διαχωρίσει τη θέση του από εκείνη του δικηγόρου του εφόσον η φωνή και ο λόγος του δικηγόρου είναι η φωνή και ο λόγος του κατηγορούμενου πελάτη».

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο τονίζει ότι με την έφεση δεν έχει τεθεί ζήτημα έκδηλα ανίκανης δικηγορίας αναφορικά με τη δικηγόρο που είχε εκπροσωπήσει τον εφεσείοντα πρωτοδίκως.