Η ζωή της Βασιλικής Ανδρέα Παπαδημήτρη- Αυξεντίου ήταν όλο ΕΟΚΑ. Μοιάζει περισσότερο με ένα παραμύθι μιας νέας που δεν ήξερε να διαβάζει, αλλά ήξερε να αγαπά και να πολεμά για την πατρίδα της, παραγνωρίζονας κινδύνους και άλλα εμπόδια.

Και χθες Σάββατο οι Λυσιώτες, αλλά και όλη η Κύπρος. την αποχαιρέτησε καθώς πετούσε στα ουράνια ευτυχισμένη για να βρει τους δυο άνδρες της ζωής της που της πρόσφεραν 70 χρόνια ό,τι καλύτερο μπορούσε να έχει: Αγάπη, συγκινήσεις, αγωνιστικότητα, μητρότητα και πάλη για την ελευθερία του τόπου.   Και που μέχρι την τελευταία της πνοή είχε πολλά να αφηγηθεί για τον πρώτο της γάμο, με τον γίγαντα Γρηγόρη Αυξεντίου, όσο και με τον συναγωνιστή της στην ΕΟΚΑ, Ανδρέα Παπαδημήτρη στη συνέχεια με τον οποίο μοιράστηκε το υπόλοιπο της ζωής της στην προσφυγιά ύστερα από τον ηρωικό θάνατο του Γρηγόρη στον Μαχαιρά το 1957.

Η Βασιλού Παναγή ήταν δουλευτίνα. Στα χωράφια του Πιερή Αυξεντίου, πατέρα του Γρηγόρη, όπου εργαζόταν με άλλες κοπέλες, έκανε όλες τις δουλειές που μπορούσε να κάνει ακόμα και ένας άντρας. «Εκανα τα πάντα. Στα αμπέλια και στις διάφορες γεωργικές εργασίες ήμουν πρώτη. Δουλεύαμε σαν άντρες. Δεν φοβόμαστε τη δουλειά» μου είπε η Βασιλική πριν από μερικά χρόνια αναπολώντας τα παλιά χρόνια στη Λύση.

Εργαζόταν στα χωράφια του Πιερή Αυξεντίου, πατέρα του Γρηγόρη. Το ίδιο έκανε και ο Γρηγόρης που κι αυτός βοηθούσε στα πρώτα στάδια τον πατέρα του στα χωράφια. Κι εκεί ξετυλίχθηκε το ειδύλλιο της Βασιλικής και του Γρηγόρη. Ήταν και οι δυο πολύ νέοι και ο έρωτας φώλιασε στις καρδιές τους.

Ο Γρηγόρης αποφάσισε ότι αυτή τη γυναίκα θα την έκανε σύντροφο της ζωής του. Ήταν ψηλός, όμορφος, λεβέντης. Έτσι τον έβλεπε η Βασιλική. Γι’ αυτήν δεν υπήρχε καμιά αναστολή. Τον καμάρωνε. Αντιπροσώπευε το όνειρο κάθε νέας της εποχής. Αλλά και ο Γρηγόρης ερωτεύθηκε βαθιά τη λυγερόκορμη και όμορφη νέα και βάλθηκε να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Κάθισε λοιπόν κάτω και άρχισε να γράφει αυτά που ήθελε να της πει. Γέμισε δυο κόλλες, μου είπε η Βασιλική γελώντας με την καρδιά της για το πάθημα του Γρηγόρη.

«Ενώ καθόμαστε και τρώγαμε καθισμένοι στο χώμα, μου είπε, γύρω από μια κουβέρτα, μου έδωσε τις δυο κόλλες. Τις έβαλα στην τσέπη μου και  πήγα σπίτι». Ξεδίπλωσε τις κόλλες η Βασιλική και βάλθηκε να διαβάσει… το ραβασάκι του Γρηγόρη. Αλλά πώς θα το έκαμνε; Δεν ήξερε να διαβάζει. Είχε γεννηθεί το 1928 και είχε πάει στο δημοτικό του χωριού μόλις στην πρώτη τάξη και δυο μόνο μήνες στη δευτέρα. Δυναμική όπως ήταν τσακώθηκε με μια συνομήλική της και η δασκάλα την ξυλοφόρτωσε τόσο πολύ που «μαύρισαν» τα πόδια της και έφυγε με δυσκολία για το σπίτι της. 

Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να πάει ξανά σχολείο. Η  μάνα της που δεν ήξερε ούτε κι εκείνη γράμματα ήθελε να επιστρέψει για να μάθει δυο γράμματα. Ο πατέρας της δεν επέμενε κι έτσι δεν ξαναπέρασε την πόρτα του σχολείου. 

Όμως τώρα με το ραβασάκι του Γρηγόρη στο χέρι τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά. «Προσπάθησα. Σιγά- σιγά, κατάφερα να διαβάσω την πρώτη λέξη. Εγραφε “αγαπημένη…” Ήταν αδύνατο να προχωρήσω». 

Δίπλωσε ξανά το ραβασάκι και την άλλη μέρα που συναντήθηκε με τον Γρηγόρη στα χωράφια του γαμβρού του, Ανδρέα Σουρουλλά, ο Γρηγόρης, όλο αγωνία, τη ρώτησε:

-Διάβασες το γράμμα μου;

Η Βασιλού προσποιήθηκε ότι το είχε ξεχάσει. Τι να του έλεγε ότι δεν μπόρεσε να το διαβάσει γιατί δεν ήξερε να διαβάζει;

«Σαν γύρισα στο σπίτι ξαναδοκίμασα. Δεν μπορούσα να προχωρήσω πέρα από το “αγαπημένη…” που κατάφερα να διαβάσω».

-Γιατί δεν ρώτησες κάποιον άλλο, τη ρώτησα.

– Γίνονταν νομίζεις τέτοια πράγματα τότε; Δεν είχα σε κανένα εμπιστοσύνη για να το δώσω να μου το διαβάσει.

Ευτυχώς ο Γρηγόρης δεν επέμενε. Επέμενε όμως να την αρραβωνιαστεί. Κι έτσι πήγε στον πατέρα του και του είπε ότι αγαπούσε τη Βασιλική. 

Ήταν συνομήλικος της καθώς είχε γεννηθεί κι αυτός το 1928. 

Δεν έφερε ένσταση. Την άλλη μέρα ο Πιερής Αυξεντίου είπε στη Βασιλική αυτά που του είχε πει ο Γρηγόρης.

-Εσύ τι λες, τη ρώτησε ο Πιερής Αυξεντίου.

-Εγώ είμαι δεκτή. Εσείς τι λέτε; 

Ο Πιερής Αυξεντίου ήταν πλούσιος, εχούμενος. Η Βασιλού ήταν μια δουλευτίνα νέα, μεν, αλλά φτωχή. Ποτέ δεν ονειρεύτηκε ένα τέτοιο γάμο. 

-Αφού εσύ συμφωνείς και εκείνος το ίδιο, εγώ τι να πω, της απάντησε ο γέρο-Πιερής.

 Η πρόταση του Γρηγόρη ήταν πολύ τιμητική γι’ αυτήν. Ετσι είχε το «ναι» έτοιμο. Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να διαβάσει ο,τιδήποτε… 

Η Χρυσταλλού, η μοναδική αδελφή του Γρηγόρη, προειδοποίησε τη Βασιλική σαν το πληροφορήθηκε: 

-«Ξέρεις ότι ο Γρηγόρης είναι στρατιωτικός, αν τον φωνάξει η πατρίδα θα υπακούσει». 

Ο Γρηγόρης ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός του ελληνικού στρατού και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κύπρο, καθώς δεν μπορούσε να παραμείνει εκεί περισσότερο, λόγω κανονισμών της Ελληνικής Κυβέρνησης.

«Συμφώνησα. Δεν είχα λόγο να μη συμφωνήσω», μου είπε. 

Η καρδιά της φτερούγιζε και έπλαθε όνειρα δίπλα στον Γρηγόρη. 

Όμως άλλα σχεδίαζε και περίμενε από αυτούς τους δυο νέους η πατρίδα… 

Είχε αρχίσει τότε ο σχεδιασμός για την εξέγερση των Κυπρίων εναντίον των Αγγλων. Ο Γρηγόρης «έσυρνε τα φέσια του», όπως λέγαμε στη Λύση. Μπήκε από τους πρώτους στην οργάνωση ΕΟΚΑ, οργάνωσε δικές του ομάδες στην επαρχία Αμμοχώστου και προετοιμαζόταν για τη μεγάλη μέρα του ξεσηκωμού, που δεν θα αργούσε να ρθει. Ποτέ του ο Γρηγόρης δεν ενημέρωνε την αρραβωνιαστικιά του για ό,τι έκανε.  Κρατούσε τα σχέδιά του και τις επαφές του για τον εαυτό του. Για τη Βασιλική ήλθε κάπως ξαφνικά η έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ. 

Η Βασιλική πολεμά τους Άγγλους

 Την πρώτη Απριλίου 1955 ο Γρηγόρης βγήκε στο αντάρτικο και δρασκελούσε τα βουνά πολεμώντας για  την ελευθερία της πατρίδας. Η Βασιλική έμεινε στη Λύση αλλά δεν ορρώδησε. Έγινε μέλος της ΕΟΚΑ και τύπωνε φυλλάδια για διαφώτιση των συναγωνιστών της. Είχε κρύψει έναν πολυγράφο κάπου δίπλα από το σπίτι μιας συναγωνίστριας της και τύπωναν τα φυλλάδια μυστικά.

Οι Άγγλοι την ενοχλούσαν συνεχώς. 

«Δεν τους φοβόμουν τους Άγγλους και όταν με πίεζαν αναζητώντας τον Γρηγόρη τους απαντούσα απορρίπτοντας κάθε προσφορά τους. 

Κάποια μέρα ένας Τούρκος επικουρικός, ήλθε σε μένα και επίμονα ήθελε να μου δώσει ένα γραπτό μήνυμα προς τον Γρηγόρη. Κρατούσε μερικές κόλλες και τις κουνούσε μπροστά στο πρόσωπό μου και προσπαθούσε να μου τις δώσει.

Του είπα ότι δεν ήξερα πού ήταν ο Γρηγόρης.

Μου απάντησε με μια προσφορά που περιλάμβανε πολλά χρήματα και λέγοντάς μου ότι αν παραδινόταν ο Γρηγόρης, θα μας μετέφεραν και τους δύο στην Αγγλία, θα μας έδιναν δουλειές και θα περνούσαμε μια πολύ καλή ζωή.

Και πάλι του απάντησα πως δεν ήξερα».

-Καλά, πάρε αυτό το μήνυμα στον Γρηγόρη και όταν τα καταφέρεις να έρθεις σε επαφή μαζί του, του το δίνεις. Απλώς  υπόγραψε εδώ..

Η Βασιλού αρνήθηκε και πάλι. Του είπε σε πολύ έντονο ύφος πως δεν ήξερε πού βρισκόταν ο Γρηγόρης και δεν είχε καμιά επαφή μαζί του.

Μα είσαι πολύ επίμονη, της απάντησε θυμωμένος ο Τούρκος αστυνομικός.

– Πράγματα που δεν ξέρω δεν υπογράφω, του πέταξε κατάμουτρα κάνοντάς τον να τα μαζέψει και να φύγει.

Ο Ανδρέας παρεμβαίνει 

Σε κάποιο στάδιο η Βασιλού ενημερώθηκε ότι είχε συλληφθεί στη Λευκωσία η αγωνίστρια Νίτσα Χατζηγεωργίου και έπρεπε ο πολυγράφος να μετακινηθεί. 

Έτσι γινόταν πάντα. Μόλις συλλαμβανόταν κάποιος, όλα με τα οποία είχε έλθει σε επαφή, έπρεπε να αποκρύβουν ή να μετακινηθούν σε άλλο σημείο, γιατί ίσως να μη άντεχε τα σκληρά βασανιστήρια των Άγγλων.

Συνεχίζει η Βασιλού: «Τοποθέτησα τον πολυγράφο σε μια τσάντα και στην άλλη τις κόλλες και  ξεκίνησα να τα μεταφέρω στο σπίτι της φίλης μου Χριστίνας Γιωρκά, στην άλλη πλευρά του χωριού. Επρεπε να περάσω όμως από την πλατεία και μόλις πλησίασα μου είπαν ότι κυκλοφορούσαν πολλοί Αγγλοι στρατιώτες εκείνη την ημέρα στο χωριό. Αισθάνθηκα ότι κινδύνευα, αλλά έπρεπε να μεταφέρω τον πολυγράφο στον προορισμό του. Και ενώ προσπαθούσα να αλλάξω δρομολόγιο, σταμάτησε μπροστά μου, με το αυτοκίνητό του, ο Αντρέας Μενοίκου, ο μετέπειτα δεύτερος μου άντρας.

-Γρήγορα δώσε μου τις τσάντες και μπες στο αυτοκίνητο, μου φώναξε. 

Ήξερε προφανώς τι μετέφερα και σαν από μηχανής Θεός με βοήθησε και με έσωσε από τον μεγάλο κίνδυνο που αντιμετώπιζα, καθώς όταν θα με έβλεπαν οι Άγγλοι και ιδιαίτερα οι Τούρκοι επικουρικοί, που με γνώριζαν, θα με ερευνούσαν και τότε θα χάνονταν τα πάντα. 

Οι κάποιοι συγχωριανοί που τυχόν τους είδαν μαζί δεν είπαν τίποτα στους Άγγλους. Έτσι γινόταν τότε στη Λύση. Κανένας δεν σχολίαζε τέτοια πράγματα. 

Η παρέμβαση του Αντρέα Μενοίκου στην κρίσιμη στιγμή αποδείχθηκε για τη Βασιλική σωτήρια.

Ο Αντρέας Μενοίκου (Μυρίας), πρώτος ξάδερφός μου, ήταν μέλος της ΕΟΚΑ. Ηταν πελεκάνος και στα 23 του χρόνια είχε το δικό του αυτοκίνητο και το είχε θέσει στην υπηρεσία της ΕΟΚΑ.

Ο Παναής Παντελή και ο Νίκος του Μουκτάρη, δυο απλοί άνθρωποι του χωριού, που κανένας δεν μπορούσε να τους υποψιαστεί, γιατί έδειχναν ότι έκαναν μόνο τη δουλειά τους και τίποτε άλλο, ήταν οι σύνδεσμοί του.  Όταν χρειάζονταν κάτι, κατέφευγαν στον Αντρέα Μενοίκου, τοποθετούσαν την αλληλογραφία, τον οπλισμό και άλλα πράγματα που ήθελαν να μεταφέρει η ΕΟΚΑ, από το ένα σημείο στο άλλο, μέσα σε κοφίνες από σταφύλια, κι αυτός τις μετέφερε  στο Βαρώσι και σε άλλα χωριά της περιοχής. Ήταν ένα μυστικό ταχυδρομείο της ΕΟΚΑ που ποτέ οι Άγγλοι δεν κατάφεραν να εξουδετερώσουν. Οι χωριανοί ίσως νόμιζαν ότι ο Αντρέας καθόταν στους καφενέδες, τεμπελιάζοντας, χωρίς να κάνει τίποτα. Ποτέ κανένας δεν έμαθε τίποτα για τη δράση του. Ούτε ρώτησαν από πόσους κινδύνους πέρασε έχοντας ένα αυτοκίνητο φορτωμένο οπλισμό και περνώντας, κυριολεκτικά,  μέσα από του χάρου τα δόντια. 

Με το τέλος του αγώνα η Βασιλική είπε ξανά  το «ναι» και παντρεύτηκε τον Ανδρέα Μενοίκου Παπαδημήτρη. Γι’ αυτήν άνοιγε πλέον μια άλλη λεωφόρος ευτυχίας που θα της έφερνε τώρα, παιδιά και εγγόνια. 

Ο Γρηγόρης εκπαίδευσε τη Βασιλική να γεμίζει πιστόλι…

Η Βασιλική συνέχιζε μετά τον αρραβώνα της με τον Γρηγόρη να εργάζεται στα χωράφια του γερο-Πιερή Αυξεντίου. Για τη Βασιλική η ζωή της τώρα με τον Γρηγόρη ήταν μια όαση στη δύσκολη και μονότονη ζωή του χωριού. 

«Ήταν ευγενικός, πρόσχαρος, όλο αστεία και πειράγματα» μου είπε. «Περνούσα πολύ καλά μαζί του. Ζούσα μια άλλη, διαφορετική ζωή, δίπλα στον άντρα που αγαπούσα». 

Ο γάμος τους, και η ολοκλήρωση της ευτυχίας τους, ήταν ζήτημα χρόνου. Δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο. Συνόδευε τον Γρηγόρη όπου πήγαινε και χαίρονταν την αγάπη τους.

Όμως άλλα σχεδίαζε και περίμενε από αυτούς τους δυο νέους η πατρίδα… Είχε αρχίσει τότε ο σχεδιασμός για την εξέγερση των Κυπρίων εναντίον των Άγγλων. Ο Γρηγόρης «έσυρνε τα φέσια του», όπως λέγαμε στη Λύση. Μπήκε από τους πρώτους στην οργάνωση ΕΟΚΑ, οργάνωσε δικές του ομάδες στην επαρχία Αμμοχώστου και προετοιμαζόταν για τη μεγάλη μέρα του ξεσηκωμού, που δεν θα αργούσε ναρθει. 

Ποτέ του ο Γρηγόρης δεν ενημέρωνε την αρραβωνιαστικιά του για ό,τι έκανε.  Κρατούσε τα σχέδιά του και τις επαφές του για τον εαυτό του. Για τη Βασιλική ήλθε κάπως ξαφνικά η έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ. 

Μου είπε: «Μόνο μια μέρα που πήγαμε μαζί στο Φρέναρος με το αυτοκίνητό του κάτι υποψιάστηκα. Κάτω στα πόδια μου είχε τοποθετήσει ένα σιδερένιο στρογγυλό πράγμα. Όταν τον ρώτησα μου απάντησε με ένα χαμόγελο καθησυχάζοντάς με ότι ήταν απλά μια νάρκη».

«Την έβγαλαν τα παιδιά από τη θάλασσα», μου απάντησε όσο αθώα μπορούσε, για να μη με κάνει να υποψιαστώ κάτι σοβαρό. 

«Δεν γνώρΙζα από νάρκες ούτε αν κινδυνεύαμε. Ούτε κι εκείνος μου μίλησε για τυχόν κίνδυνο που διατρέχαμε».

Τη νάρκη την είχαν ανασύρει από τη θάλασσα της περιοχής Παραλιμνίου συνεργάτες του ψαράδες, κυρίως, που είχαν ανακαλύψει κάποιο ναυάγιο πολεμικού πλοίου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ανέσυραν τις νάρκες, και χρησιμοποιούσαν την εκρηκτική ύλη για κατασκευή βομβών κατά την προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα.

Ο Γρηγόρης ποτέ δεν μίλησε στη Βασιλού για τις προετοιμασίες της οργάνωσης, άνκαι η ίδια κάτι υποψιαζόταν από τις κινήσεις του. Απέφευγε να το σχολιάζει, αφού και εκείνος δεν την έμπλεκε στις δουλειές του. 

Όμως έστω κι αν ο Γρηγόρης δεν έλεγε τίποτα στη Βασιλού, με τον τρόπο του ήθελε να γνωρίζει κάποια πράγματα γύρω από τα όπλα η μέλλουσα σύζυγός του. 

Μια μέρα της φώναξε και της έδειξε ένα πιστόλι. 

«Ελα», μου είπε, «να σου δείξω πως γεμίζουν ένα πιστόλι για να ξέρεις». 

Η Βασιλού πήρε τρέμοντας στα χέρια της το πιστόλι κι άρχισε να τοποθετεί τις σφαίρες σ’ αυτό με την καθοδήγηση του Γρηγόρη.

Έγινε ξεφτέρι. Πολύ λίγες γυναίκες της εποχής σίγουρα γνώριζαν  πώς τοποθετούν σφαίρες σε ένα πιστόλι ή είχαν πάρει στα χέρια τους τέτοιο πράγμα. 

Ο μυστικός γάμος στην Αχεροποιήτου

Με τον Γρηγορη η Βασιλική παντρεύτηκε μυστικά στις 10 Ιουνίου 1955 στην Αχεροποιήτου. Με τον Αντρέα κατά σύμπτωση, και πάλι, στις 11 Ιουνίου 1966.

Στην προσφυγιά έφυγε με τον Αντρέα της στη Λάρνακα όπου πέρασαν μια ευτυχισμένη ζωή μακριά από τα πλούτη και τις περιουσίες. 

Στέγασαν τη δύσκολη, αλλά ευτυχισμένη ζωή τους, σε ένα προσφυγικό σπίτι κοντά στο γήπεδο, «Αντώνης Παπαδόπουλος», που αφιερώθηκε στη μνήμη του καλύτερου φίλου του Γρηγόρη, του Αντώνη Παπαδόπουλου. 

Έζησαν μαζί 46 χρόνια μέχρι που ο ξάδερφος μου Ανδρέας μας άφησε χρόνια, αλλά ευτυχισμένος. Με τη Βασιλική απέκτησαν δυο κόρες, την Κίκα και τη Σταυρούλα, που τους χάρισαν τέσσερα εγγόνια. Η Βασιλική πάντοτε τιμούσε τη μνήμη του Γρηγόρη και οι φωτογραφίες του κοσμούσαν τον τοίχο του σπιτιού της, όπως και του Αντρέα σήμερα, τον οποίο έχασε με διαφορά 55 χρόνων από τον Γρηγόρη, εκείνον στις 3 Μαρτίου 1957 και τον Αντρέα στις 17 Ιανουαρίου 2012.