Ο Αντώνης Χατζηαντώνης, πρόσφυγας που δεν ξεχνά. 

Συνέβη, πριν ξεκινήσουμε για την Αμμόχωστο. Δεν αφορά ακριβώς, δυσάρεστες καταστάσεις, αλλά, αντίθετα, επικεντρώνεται εις την… ανθρώπινη πλευρά των ανθρώπων, εν μέσω τραγικών γεγονότων.
Όταν αποφάσισε ο πατέρας μου να εγκαταλείψουμε την έρημη πια  Κερύνεια, είχαμε πάει ανατολικά και μείναμε ένα βράδυ στο σπίτι του θείου Ανδρέα, στον Άγιο Επίκτητο. Όμως, στις 23 Ιουλίου, ο πατέρας μου σκέφτηκε να επιστρέψουμε στην πόλη, να πάρουμε και κανένα χειμερινό ρούχο, γιατί υπέθεσε ότι, και ο χειμώνας θα μας βρει ξεσπιτωμένους…
Μπήκαμε λοιπόν πάλι στο Austin, και γυρίσαμε πίσω. Μπόχα από 2-3 άταφα πτώματα στην κεντρική λεωφόρο, κάπνα από το καιόμενο δάσος Πενταδακτύλου, ερημιά παντού. Ο θείος-Ττοφής, είχε ήδη καταφύγει με άλλους Τζιερυνειώτες στο Dome Hotel.
Σαν σαστισμένοι, ζαλισμένοι, καθίσαμε στο μπροστινό ξύλινο μπαλκόνι. Εγώ, οι γονείς μου και η γιαγιά μου Αννού. Θα ήτανε 11.30 π.μ. περίπου… Αίφνης, από την οδό Ελλάδος, ακούγεται ήχος από ερπύστριες τανκς. Σε ελάχιστα λεπτά, εμφανίστηκαν τα Μ-48, να κινούνται αργά, συνοδευόμενα από άνδρες, κινούμενους δίπλα στα άρματα μάχης, φάλαγγα κατ’ άνδρα. Σκονισμένοι όλοι… Τανκς, στρατιώτες και 2-3 φορτηγά. Εκινούντο προς νότον, προς τον δρόμο Κερύνειας – Λευκωσίας.
Τους παρακολουθούσαμε αμίλητοι, σαν αποσβολωμένοι! Κάποια στιγμή, μας πρόσεξαν και συνέβη το εξής: Δύο άνδρες, ο ένας ήταν αξιωματικός, ο άλλος έφερε ένα μεγάλο αυτόματο όπλο και έμοιαζε αποχαυνωμένος. «Ψυχραιμία… Να δούμε τι θέλουν…!», λέει ο μακαριστός πατέρας μου. Ανέβηκαν από την μπροστινή σκάλα και ήρθαν κοντά μας. Επειδή δεν αρκούσαν οι καρέκλες, η μητέρα μπήκε στο σαλόνι και έβγαλε έξω δυο ψάθινες και τους είπε, να καθίσουν. Έτσι και έγινε. Θα παραθέσω τον διάλογο, όπως τον θυμάμαι. Στα αγγλικά μίλαγαν, έστω και αν ο ιατρός πατέρας μου εγνώριζε και λίγα τούρκικα. Παραθέτω τον διάλογο σε μετάφραση.
Ερωτά ο Τούρκος αξιωματικός, τον ιατρό (ήταν 67 τότε ο πατέρας μου και η μητέρα μου 49):
– Είναι η κόρη σου αυτή;
– Όχι, είναι σύζυγός μου. Από κει ο γιος μου και δίπλα η πεθερά μου…
Ο Τούρκος χαμογέλασε για το λάθος του, αλλά όντως είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας, 18 χρόνια, οι γονείς μου. Μετά γύρισε σε μένα, με ρώτησε το όνομά μου και τι θα ήθελα να γίνω σαν μεγαλώσω. Του απάντησα: “I don’t know, yet…”.
-Doctor, take your family and leave the town… Perhaps the aeroplanes will come and boom, boom…!”. Καταλάβαμε βέβαια, τι ήθελε να πει. Σηκώθηκαν, ζήτησαν νερό. Η μητέρα μου έτρεξε στο μπάνιο, είχε απομείνει λίγο στο ντεπόζιτο, γέμισε 2 ποτήρια και τους τα έδωσε. Χλιαρό, αλλά το ήπιαν απνευστί…! Μας χαιρέτησε ευγενικά ο ψηλός, λεπτός μαυριδερός αξιωματικός και μαζί με τον συνοδό του, κατέβηκαν στον κήπο, βγήκαν στην 25ης Μαρτίου και ενώθηκαν με τη φάλαγγα που συνέχιζε να βαδίζει αργά προς την Πάνω Κερύνεια…! Παράλληλα με τα τανκς…!
Ήθελα να προσθέσω, ότι εγώ ήθελα να περάσω πλαγίως απέναντι, να δω αν έφυγε η οικογένεια Αντρέα Σταυρίδη, που το πρώτο βράδυ ήταν κρυμμένοι σε υπόγειο μαζί μας –σας τους ανέφερα στο Α’ μέρος, όσοι έκαναν τον κόπο να το διαβάσουν– αλλά πρόλαβε και με εμπόδισε ο αξιωματικός, λέγοντάς μου λίγο απότομα: «No, go back… It’s very dangerous now…!».
Συνάγοντας, τι ήθελα να πω, ουδέποτε μίσησα τους Τούρκους ως άτομα. Σαν ανθρώπινες υπάρξεις. Είτε Τ/κ, είτε αυτούς τους Τούρκους, με τους οποίους είχαμε αυτή την ολιγόλεπτη, τυχαία συνάντηση, πριν εγκαταλείψουμε οριστικά το αρχοντικό μας…
Οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την εθνότητα, τη θρησκεία ή τη θέση που κατέχουν, δεν παύουν να είναι ανθρώπινα όντα. Να σημειώσω εδώ, ότι, αργότερα, που ολοκληρώθηκε η εισβολή με τον Αττίλα Β’, και άκουγα για τις αγριότητες, τους βιασμούς κ.λπ., σκεφτόμουν: «Μα εμάς, γιατί μας φέρθηκαν σχετικά καλά, λίγο πριν φύγουμε για πάντα από το σπίτι μας στην Τζιερύνεια;».Θα μου πείτε, ε, είναι αφελής η ερώτηση. Ναι, μπορεί. Δεν ξέρω…
Φυσικά, μέρες αργότερα, μάθαμε ότι, όπως και τα υπόλοιπα σπίτια των Κερυνειωτών, όπως και μαγαζιά (εδώ αναφέρω το κατάστημα του Παντέχη με ηλεκτρικά ήδη), λεηλατήθηκαν άγρια! Δεν άφησαν τίποτα!