Σπατάλη πολύτιμου χρόνου εντοπίζουν οι παιδίατροι του ΓεΣΥ οι οποίοι νιώθουν, σε μεγάλο βαθμό, εγκλωβισμένοι στη νοοτροπία και τον λανθασμένο τρόπο χρήσης το Συστήματος από τους δικαιούχους αλλά και στην περιπλοκότητα του λογισμικού συστήματος το οποίο, όπως λένε, είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο που μια ιατρική πράξη καταλήγει σε απίστευτη γραφειοκρατία.
Τονίζουν, παράλληλα, την ανάγκη για επίσπευση της υλοποίησης αποφάσεων που λαμβάνονται από τον ΟΑΥ, ενώ τους απασχολεί έντονα το ζήτημα των ποιοτικών κριτηρίων που εφαρμόζονται για σκοπούς αποζημιώσεων και το γεγονός ότι αυτά δεν εμπεριέχουν το στοιχείο του «κινήτρου» αλλά, σε κάποιες περιπτώσεις, «λειτουργούν και τιμωρητικά προς τον γιατρό».
«Μπορεί να λέμε ότι το ΓεΣΥ λειτουργεί μόνο για πέντε χρόνια και άρα βρίσκεται ακόμα στα αρχικά στάδια της εφαρμογής του, όμως τα πέντε χρόνια που συμπληρώθηκαν φέτος, είναι ένα χρονικό διάστημα αρκετά μεγάλο για να μπορούμε να εξαγάγουμε κάποια συμπεράσματα σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι παιδίατροι λειτουργούν εντός του Σύστηματος και πρέπει να πούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο η ομάδα των παιδιάτρων συμπεριφέρεται εντός του ΓεΣΥ μπορεί να αξιολογηθεί πολύ θετικά», ανέφερε σε συνέντευξη του στον «Φ», ο πρόεδρος της Παιδιατρικής Εταιρείας Κύπρου, Μιχάλης Αναστασιάδης.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι παιδίατροι, είπε ο κ. Αναστασιάδης, «είναι ο πολύ αυξημένος πλέον όγκος γραφειοκρατικής ενασχόλησης. Το λογισμικό του ΓεΣΥ και οι απαιτήσεις του και ο όγκος των κινήσεων που πρέπει να κάνει ένας γιατρός για να καταχωρήσει μια πράξη μειώνει τον χρόνο παροχής ποιοτικών υπηρεσιών τους ασθενείς. Κατά καιρούς, ως παιδιατρική εταιρεία έχουμε καταθέσει εισηγήσεις. Κάποιες από τις εισηγήσεις μας έχουν γίνει αποδεκτές, αλλά και πάλι βλέπουμε ότι η πρακτική υιοθέτηση τους και η εφαρμογή τους καθυστερεί, σε ορισμένες περιπτώσεις πάρα πολύ». Βεβαίως, πρόσθεσε, «ο διάλογος με τον ΟΑΥ βρίσκεται συνεχώς σε εξέλιξη και είναι μια διαδικασία που ποτέ δεν θα σταματήσει και δεν πρέπει να σταματήσει αφού χρειάζεται συνεργασία μεταξύ μας για να λειτουργεί και να βελτιώνεται το ΓεΣΥ».
Κάποιες από αυτές τις εισηγήσεις, αλλά και ορισμένες από τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί, «εάν εφαρμοστούν, σίγουρα και οι παιδίατροι θα διευκολυνθούν και το ΓεΣΥ θα λειτουργήσει πιο ομαλά αλλά και οι δικαιούχοι θα λαμβάνουν πιο ποιοτικές υπηρεσίες υγείας», είπε, προσθέτοντας ταυτόχρονα, ότι «ακόμα και αν πάρουμε αυτά καθαυτά τα ποιοτικά κριτήρια που ο ΟΑΥ άρχισε να εντάσσει στο Σύστημα για σκοπούς αποζημιώσεων, θα εντοπίσουμε σημαντικά κενά. Υπάρχουν δράσεις και κριτήρια που πραγματικά θα αναβαθμίσουν την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, θα συμβάλουν στην πρόληψη και θα εξοικονομήσουν, μακροπρόθεσμα, και οικονομικούς πόρους χωρίς να βάζουν τους γιατρούς σε έναν διαρκή αγώνα για να αυξήσουν τις απολαβές τους μέχρι το τέλος κάθε έτους».
Για παράδειγμα, είπε, «ο ΟΑΥ έχει εντάξει στον τρόπο αποζημίωσης των προσωπικών γιατρών γενικά το ποιοτικό κριτήριο που αφορά τον αριθμό παραπεμπτικών προς ειδικούς γιατρούς. Οι παιδίατροι, όπως και οι συνάδελφοι προσωπικοί γιατροί για ενήλικες, βρίσκονται σε μια διαρκή διαμάχη με τους πολίτες. Αυτό δεν είναι βεβαίως καθόλου άσχετο και με τη νοοτροπία των δικαιούχων να ζητούν μόνοι τους παραπεμπτικά για ειδικούς γιατρούς, για εργαστηριακές ή άλλες εξετάσεις. Ο λανθασμένος τρόπος χρήσης του ΓεΣΥ από τους δικαιούχους είναι ένα ζήτημα το οποίο βεβαίως και μας απασχολεί, διότι, μεταξύ άλλων, προκαλεί προβλήματα στον τρόπο άσκησης της ιατρικής από μέρους μας. Σκεφτείτε, όμως, ότι εκτός από αυτή τη διαρκή διαμάχη με τους δικαιούχους, έχουμε να σκεφτόμαστε και το πόσα παραπεμπτικά έχουμε εκδώσει και το εάν έχουμε ξεπεράσει τα όρια που έχει καθορίσει ο ΟΑΥ. Άρα, εκείνο που λέμε είναι ότι πρέπει να απεγκλωβιστούμε από το θέμα των παραπεμπτικών. Δεν λέμε ότι πρέπει να καταργηθούν, ούτε ότι πρέπει να υπάρχει ασυδοσία. Ως παιδιατρική εταιρεία, όμως, έχουμε καταθέσει συγκεκριμένες εισηγήσεις. Έχουμε δώσει συγκεκριμένες διαγνώσεις για τις οποίες θα μπορούσε να μην χρειάζεται παραπεμπτικό από τον παιδίατρο για να επισκεφθεί ένα παιδί τον γιατρό μια άλλης ειδικότητας. Για παράδειγμα, με την οφθαλμολογική εταιρεία έχουμε προχωρήσει στον καταρτισμό κατευθυντήριων οδηγιών για προληπτική ανιχνευτική εξέταση των παιδιών συγκεκριμένων ηλικιών. Παρά το γεγονός ότι υιοθετήθηκαν αυτές οι κατευθυντήριες οδηγίες και το εφαρμόζουμε, έχει σταθεί αδύνατο μέχρι σήμερα, να εξαιρεθεί αυτή η εξέταση από τα παραπεμπτικά. Υπάρχουν όμως κι άλλα έκδηλα περιστατικά. Συγκεκριμένες διαγνώσεις κατά τις οποίες θα μπορούσε να υπάρχει πρόσβαση σε άλλο ειδικό γιατρό χωρίς την έκδοση παραπεμπτικού. Φανταστείτε ότι ένας παιδίατρος λαμβάνει καθημερινά και συνεχώς αιτήματα, τα οποία έρχονται μέσω μηνυμάτων, από διάφορες εφαρμογές και αφορούν παραπομπές σε ειδικούς γιατρούς, φάρμακα, εργαστηριακές εξετάσεις κ.λπ. Πολλές φορές ερχόμαστε αντιμέτωποι με παράλογες απαιτήσεις».
Εμβολιασμοί, ανιχνευτικά προγράμματα, ποιοτικά κριτήρια και κίνητρα
Τεράστιο κεφάλαιο για τους παιδίατρους, είπε κ. Αναστασιάδης, «είναι το ζήτημα των εμβολιασμών. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι αποτελεί μέρος της δουλειάς ενός παιδίατρου και η Κύπρος, παρουσιάζει ένα αξιοθαύμαστο ποσοστό εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού, χάριν στον τρόπο με τον οποίο οι παιδίατροί μας εδώ και δεκαετίες λειτουργούν. Βλέπουμε ότι στον τομέα των εμβολίων πρέπει να γίνουν αρκετές αλλαγές, ενώ οι εμβολιασμοί θα μπορούσαν να ενταχθούν και στα ποιοτικά κριτήρια για τις αποζημιώσεις των παιδιάτρων, διότι, αυτή τη στιγμή και με δεδομένες τις διαδικασίες που ακολουθούνται, καθίστανται ταλαιπωρία. Δηλαδή, ο γιατρός πρέπει να υποβάλει αίτημα για το πόσα εμβόλια υπολογίζει ότι θα χρειαστεί. Θα πληρώσει από την τσέπη του για να τα εξασφαλίσει και θα λάβει στη συνέχεια το αντίστοιχο ποσό ως αποζημίωση. Αυτή όλη η διαδικασία, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο ο γιατρός να μην χρησιμοποιήσει όλα τα εμβόλια τα οποία θα αιτηθεί για να εξασφαλίσει, με αποτέλεσμα στην ουσία να υποστεί τη ζημιά, δυσκολεύει την κατάσταση, με ό, τι αυτό ενδεχομένως να επιφέρει στο μέλλον και στην εμβολιαστική κάλυψη των παιδιών. Δηλαδή, υπάρχει μια περίπλοκη διαδικασία η οποία δεν δίνει ταυτόχρονα και κανένα κίνητρο».
«Για να μείνουμε όμως στο θέμα των εμβολιασμών, οι διαδικασίες που υποχρεούται βάσει νόμου να ακολουθεί τώρα από το υπουργείο Υγείας στερούν το δικαίωμα της επιλογής του κατάλληλου για κάθε παιδί εμβολίου. Δηλαδή, το Υπουργείο καταλήγει σε ένα μόνο εμβόλιο από κάθε κατηγορία. Θα μπορούσε και στην περίπτωση των εμβολίων να ακολουθείται η πρακτική της συνεισφοράς ΙΙ που ακολουθείται στην περίπτωση των φαρμάκων εντός ΓεΣΥ».
Εκτός από τους εμβολιασμούς, «οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα πολύ καλό ποιοτικό κριτήριο στο οποίο, κατά την άποψη μας πρέπει να δοθεί και ανάλογο κίνητρο στους παιδιάτρους, έχουμε και τα διάφορα ανιχνευτικά προγράμματα. Για παράδειγμα, για σχεδόν μια δεκαετία είχαμε στα συρτάρια εισήγηση για την επέκταση του ανιχνευτικού προγράμματος για τον νεογνικό έλεγχο. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η έγκαιρη ανίχνευση οδηγεί σε έγκαιρη παρέμβαση και η έγκαιρη παρέμβαση, και πάλι μακροπρόθεσμα, πέραν από την αναβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών, οδηγεί και σε εξοικονομήσεις».
Τέλος, «και εάν πρέπει να σταθούμε και σε κάποια πιο, ας τα ονομάσουμε, εργασιακά ζητήματα, σίγουρα πρέπει να πούμε ότι τα δεδομένα μας εντός ΓεΣΥ έχουν αλλάξει τον τρόπο άσκησης της ειδικότητα μας. Το Σύστημα έχει τα πλεονεκτήματα του, αλλά, ταυτόχρονα, μας έχει βάλει σε ένα ιδιότυπο καθεστώς εργασίας. Θα τολμήσω, επίσης, να αναφερθώ και στο γεγονός ότι οι παιδίατροι κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ είχαν παραμείνει στα ιατρεία τους, ενώ είχαν πρωτοστατήσει στην προσπάθεια για εμβολιασμούς υπέστηκαν στη συνέχεια αποκοπές από τις απολαβές τους. Αυτό είναι κάτι το οποίο σίγουρα έχουμε καταγράψει».