Για τον «ηδονισμό» ως προς την επικούρεια διδασκαλία και ως προς τα κοινωνικά κατασκευάσματα της σήμερον, καθώς και το ηθικό δίλημμα που προκύπτει, γράφει ο Αχιλλέας Γ. Μαρκαντώνης.
Σύμφωνα με την επικούρεια διδασκαλία, όπως μας δίδεται από την Επιστολή στον Μενοικέα, αναφορικά με την ηθική, ο Επίκουρος συνέκρινε τη φιλοσοφία του με την ιατρική: ήθελε να είναι ο θεραπευτής του πνεύματος και της ψυχής.
Πίστευε πως οι φόβοι που προκαλούν την αγωνία της ζωής μπορούν να θεραπευτούν με τη Φιλοσοφία. Αν έχομε, έλεγε, ευτυχία στη ζωή μας, τότε έχομε τα πάντα. Όμως στην απόκτηση αυτής χρειάζεται απαραίτητα σύνεση· ήτο μάλιστα της άποψης πως μόνο μέσω ενός προσεκτικού μαθηματικού υπολογισμού των θυσιών και των απολαύσεων που προέρχονται από μια συμπεριφορά μπορεί κανείς να ευημερήσει πραγματικά.
Παρόλο που ο Ηδονισμός αντιστοιχεί στην επικούρεια διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία ο κάθε άνθρωπος προσανατολίζει την κάθε ενέργειά του ώστε να είναι μακάριος, εντούτοις, ο Επίκουρος έκανε ένα σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις φυσικές και απαραίτητες ανάγκες που πρέπει ο καθένας μας να ικανοποιεί και σ΄αυτές που πρέπει να αποφεύγει· υποστήριζε την ανάγκη του ηθικού ορθολογισμού όπου η λογική να επεμβαίνει επί των συναισθημάτων και των τάσεων της ψυχής.
Αντίθετα, σήμερον στον αισθητό μας κόσμο έχει χαθεί το «μέτρον», έχει παρεξηγηθεί σαφώς και η διδασκαλία που έβγαινε μέσα από τον Κήπον του Επίκουρου.
Μη φυσικές και μη απαραίτητες ανάγκες, καθώς κοινωνικά κατασκευάσματα όπως η δόξα, η επιτυχία, ο πλούτος και η ομορφιά, ντύνουν σαν μανδύας τον σύγχρονο άνθρωπο ο οποίος, δυστυχής μέσα στης Κίρκης τον ευδαιμονισμό αναζητά την υποσχόμενη ευτυχία. Εις μάτην όμως, αυτή δεν έρχεται· φοβισμένος και καταρρακωμένος όσο ποτέ άλλοτε είτε αποφεύγει τον θάνατο σαν το μεγαλύτερο από τα κακά είτε τον αποζητά ως τερματισμό των κακών της ζωής.
Χωρίς να αναλογιστεί τη σημασία της Λογικής και της Φιλοσοφίας ως τις μόνες δυνάμεις που μπορούν να τον λυτρώσουν από την οδύνη του πόνου, που είναι συνακόλουθο του σύγχρονου τρεχαλητού της επιφανειακής του ζωής, ο άνθρωπος σύρεται στο άρμα ενός ψεύτικου θεού που έφτιαξε ο ίδιος· ενός θεού με στόχο την ευτυχία, που όμως ο λανθάνων ηδονισμός που εκπηγάζει απ΄αυτόν δεν τη φέρνει ποτέ.
Μέσα από τη συγκριτική της επικούρειας διδασκαλίας με την «σήμερον», ενώ προκύπτει το ηθικό δίλημμα «αξίζει να ζει κανείς ή να μη ζει;», αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο «πνευματικός ηδονισμός», εξόν από το ότι υπερέχει των «υλικών απολαύσεων», δίνει νόημα στη ζωή και αποτελεί εχέγγυο για την ευτυχία.