Το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την αποφυλάκιση Νιγηριανού υπηκόου που τελούσε υπό κράτηση με σκοπό την απέλασή του, κρίνοντας ότι η συνέχιση της κράτησής του ήταν παράνομη, καθώς οι αρμόδιες Αρχές δεν συμμορφώθηκαν με τις προβλεπόμενες διαδικασίες επανεξέτασης ούτε προχώρησαν με τη δέουσα επιμέλεια στη διαδικασία απομάκρυνσής του.
Η απόφαση εκδόθηκε από τον δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου, Χριστόφορο Μαλαχτό, στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος habeas corpus που υπέβαλε ο Νιγηριανός, ο οποίος κρατείται από τις 7 Σεπτεμβρίου 2025.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο αιτητής εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία σε άγνωστη ημερομηνία και στις 18 Αυγούστου 2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Η αίτηση απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 9 Νοεμβρίου 2023, ενώ προσφυγή του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας απορρίφθηκε επίσης στις 18 Μαρτίου 2025. Ο ίδιος άσκησε έφεση κατά της απόφασης, η οποία παραμένει εκκρεμής.
Μετά τη σύλληψή του τον Σεπτέμβριο του 2025 εκδόθηκαν σε βάρος του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Ωστόσο, το διάταγμα απέλασης ανεστάλη αυθημερόν προκειμένου να διερευνηθεί η οικογενειακή του κατάσταση. Παρά την αναστολή, ο αιτητής παρέμεινε υπό κράτηση για αρκετούς μήνες.
Ο αιτητής υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η κράτησή του ήταν παράνομη, καθώς δεν είχε πραγματοποιηθεί η υποχρεωτική επανεξέταση του διατάγματος κράτησης ανά δίμηνο από τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, όπως προβλέπει ο περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμος. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι Αρχές δεν προχώρησαν σε ενέργειες για την απέλασή του κατά τη διάρκεια της κράτησης.
Η Δημοκρατία, μέσω ένορκης δήλωσης λειτουργού του Τμήματος Μετανάστευσης, παρουσίασε σημειώματα λειτουργού με εισήγηση για συνέχιση της κράτησης, επικαλούμενη κίνδυνο διαφυγής του αιτητή λόγω του μεταναστευτικού του ιστορικού και της μη συμμόρφωσής του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Το Δικαστήριο, ωστόσο, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε αποδεικτικό στοιχείο πως ο Υφυπουργός ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο είχε πράγματι εγκρίνει ή επανεξετάσει τα σημειώματα αυτά, όπως απαιτεί ο νόμος, γεγονός που καθιστά τη συνέχιση της κράτησης μη νομιμοποιημένη.
Παράλληλα εξετάστηκε και το ζήτημα της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή. Από επιστολή του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας προέκυψε ότι ο ίδιος ζει στην Κύπρο με τη σύντροφό του και τα δύο ανήλικα παιδιά τους, ηλικίας ενός έτους και 28 ημερών αντίστοιχα. Σύμφωνα με την επιστολή, η ενδεχόμενη άμεση απομάκρυνσή του θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη συνοχή της οικογένειας και στην ευημερία της μητέρας και των παιδιών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο λοχείας και φροντίδας του νεογνού.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι αρμόδιες Αρχές είχαν λάβει την εν λόγω ενημέρωση ήδη από τις 31 Οκτωβρίου 2025, ωστόσο τέσσερις μήνες αργότερα δεν είχε ληφθεί απόφαση για το κατά πόσο θα προχωρήσει η απέλαση του αιτητή, ενώ το σχετικό διάταγμα παρέμενε σε αναστολή.
Ο δικαστής επεσήμανε ότι η κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας στο πλαίσιο διαδικασιών επιστροφής πρέπει να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και να διατηρείται μόνο όσο εξελίσσεται η διαδικασία απομάκρυνσης με τη δέουσα επιμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, έκρινε ότι, εφόσον δεν λήφθηκε απόφαση για την απέλαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και δεν τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις επανεξέτασης της κράτησης, η συνέχισή της κατέστη αδικαιολόγητη και παράνομη.
Ως εκ τούτου, το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και εξέδωσε προνομιακό ένταλμα habeas corpus, διατάσσοντας την άμεση απελευθέρωση του αιτητή.
Παράλληλα, επιδίκασε υπέρ του αιτητή έξοδα ύψους 900 ευρώ πλέον ΦΠΑ, καθώς και 50 ευρώ πραγματικά έξοδα, τα οποία καλείται να καταβάλει η Κυπριακή Δημοκρατία.