Την οριστική σφραγίδα του στη διαπίστωση ότι ο γάμος της με Ελληνοκύπριο ήταν εικονικός, έθεσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση Ουκρανής υπηκόου και επικυρώνοντας τις αποφάσεις των αρμοδίων Αρχών, μετά από πολυετή έρευνα, που ανέδειξε μη κοινή συμβίωση, αντιφάσεις και προβλήματα παραμονής.
Η υπόθεση αφορά γυναίκα, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο το 2000 και κατά τα επόμενα χρόνια εξασφάλισε άδειες παραμονής, αρχικά για εργασία και στη συνέχεια ως αιτήτρια ασύλου. Μετά την απόρριψη του αιτήματός της για άσυλο, τέλεσε το 2007 γάμο με Κύπριο πολίτη, εξασφαλίζοντας άδεια παραμονής ως σύζυγος Ευρωπαίου πολίτη μέχρι το 2012.
Ωστόσο, από το 2011 οι αρμόδιες Αρχές ξεκίνησαν έρευνες για τη γνησιότητα του γάμου, μετά από ενδείξεις ότι το ζεύγος δεν συμβίωνε. Έλεγχοι της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, καθώς και μαρτυρίες από γείτονες και τρίτα πρόσωπα, κατέδειξαν ότι η γυναίκα διέμενε με το παιδί της, ενώ ο σύζυγος φέρεται να κατοικούσε αλλού. Παράλληλα, εντοπίστηκαν αντιφάσεις στις δηλώσεις των δύο συζύγων, ενώ προέκυψαν και στοιχεία για προβλήματα που αντιμετώπιζε η αλλοδαπή σε σχέση με το καθεστώς παραμονής της.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή για εικονικούς γάμους, σε συνεδρία της το 2015, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο γάμος ήταν εικονικός. Ακολούθως, το Τμήμα Μετανάστευσης και ο Υπουργός Εσωτερικών υιοθέτησαν τη θέση αυτή, απορρίπτοντας ιεραρχική προσφυγή του συζύγου το 2016.
Η γυναίκα προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την προσφυγή της, κρίνοντας ότι η διοίκηση ενήργησε νόμιμα, κατόπιν επαρκούς έρευνας και με πλήρη αιτιολογία. Στη συνέχεια άσκησε έφεση ενώπιον του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι τα ευρήματα περί μη συμβίωσης και αντιφατικών δηλώσεων ήταν εσφαλμένα και ότι δεν είχε διεξαχθεί η δέουσα έρευνα.
Το Ανώτατο, με ομόφωνη απόφαση, απέρριψε τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, επισημαίνοντας ότι τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου τεκμηριώνουν επαρκώς τα συμπεράσματα των Αρχών. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, οι ενδείξεις που προβλέπει η νομοθεσία για τον χαρακτηρισμό ενός γάμου ως εικονικού δεν είναι εξαντλητικές και στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν πολλαπλοί λόγοι, όπως η μη κοινή διαμονή, οι αντιφάσεις στις καταθέσεις και τα προβλήματα παραμονής της αλλοδαπής.
Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα ευρήματα των επιτόπιων ελέγχων και των συνεντεύξεων, τα οποία κατέδειξαν ότι το ζεύγος δεν είχε κοινή οικογενειακή ζωή. Μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε απουσία προσωπικών αντικειμένων του συζύγου από την κατοικία της γυναίκας, άγνοια βασικών στοιχείων για συγγενικά πρόσωπα και αντιφατικές αναφορές ως προς τη συμβίωση.
Παράλληλα, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ότι μεταγενέστερη έρευνα ανέτρεπε τα αρχικά συμπεράσματα, καθώς όπως αναφέρεται και οι νεότεροι έλεγχοι κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι μεμονωμένες μαρτυρίες δεν αρκούν για να ανατρέψουν το σύνολο των στοιχείων που είχαν συλλεγεί.
Καταληκτικά, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η διοίκηση ενήργησε εντός των πλαισίων της νομιμότητας και της διακριτικής της ευχέρειας, κατόπιν ενδελεχούς έρευνας και με επαρκή αιτιολόγηση. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε λόγος δικαστικής παρέμβασης.
Η έφεση απορρίφθηκε και επιδικάστηκαν έξοδα ύψους 4.000 ευρώ υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε βάρος της εφεσείουσας.