Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση δύο προσώπων από τη Λευκωσία για ακύρωση εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε σε βάρος της κατοικίας τους, κρίνοντας ότι η έκδοσή του ήταν νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και στηριγμένη σε εύλογη υποψία.

Η υπόθεση αφορά ένταλμα έρευνας ημερομηνίας 20 Μαΐου 2025, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο αστυνομικής διερεύνησης σοβαρών επεισοδίων τα οποία σημειώθηκαν στις 18 Μαΐου 2025 στο σωματείο της ΑΕΛ Λακατάμειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ομάδα περίπου 50 ατόμων με καλυμμένα πρόσωπα και εξοπλισμό, όπως ρόπαλα και πέτρες, εισήλθε στο υποστατικό, προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές και επιτέθηκε σε θαμώνες, τραυματίζοντας αρκετούς.

Η Αστυνομία, αξιοποιώντας μαρτυρία από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές, συνέδεσε τους δύο αιτητές με τα επεισόδια, υποστηρίζοντας ότι συμμετείχαν ενεργά στην επίθεση, μετακινούμενοι με μοτοσικλέτα χωρίς πινακίδες και έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Με βάση αυτά τα δεδομένα, εξασφαλίστηκαν τόσο εντάλματα σύλληψης όσο και ένταλμα έρευνας για την κατοικία τους, με στόχο τον εντοπισμό τεκμηρίων, όπως ρουχισμός με διακριτικά, κράνη, κουκούλες και επιθετικά αντικείμενα.

Οι αιτητές προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση εντάλματος certiorari για ακύρωση του εντάλματος έρευνας, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε επαρκής σύνδεση της κατοικίας τους με τα αναζητούμενα αντικείμενα και ότι η περιγραφή των αντικειμένων ήταν γενική και αόριστη, παρέχοντας υπερβολικά ευρεία διακριτική ευχέρεια στην Αστυνομία.

Το Δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου δικαστηρίου ήταν επαρκής για να δημιουργήσει εύλογη υποψία τόσο ως προς την εμπλοκή των αιτητών όσο και ως προς τη σύνδεση των αντικειμένων με την κατοικία τους. Όπως επισημάνθηκε, η νομοθεσία απαιτεί να υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα αντικείμενα βρίσκονται σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς να απαιτείται απόδειξη υψηλού επιπέδου.

Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο γεγονός ότι τα αντικείμενα που αναζητούνταν, όπως ρουχισμός, υποδήματα και αντικείμενα κάλυψης προσώπου, αποτελούν είδη καθημερινής χρήσης, τα οποία εύλογα φυλάσσονται στην κατοικία ενός προσώπου. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η περιγραφή των αντικειμένων δεν ήταν αόριστη, καθώς συνδεόταν συγκεκριμένα με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και περιλάμβανε σαφείς κατηγορίες, όπως ρούχα με διακριτικά, ρόπαλα και κράνη.

Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί «ανεπίτρεπτα ευρείας διακριτικής εξουσίας», το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε επαρκής σύνδεση μεταξύ των αναζητούμενων αντικειμένων, των υπό διερεύνηση αδικημάτων και της κατοικίας των αιτητών.

Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε επίσης ότι τα προνομιακά εντάλματα, όπως το certiorari, παραχωρούνται κατ’ εξαίρεση και μόνο σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται υπέρβαση δικαιοδοσίας ή πλάνη περί τον νόμο, κάτι που δεν προέκυψε στην παρούσα υπόθεση.

Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίφθηκε στο σύνολό της, με το Δικαστήριο να επιδικάζει τα έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας και σε βάρος των αιτητών.