Με οργή, έκπληξη και βαθύτατη αγανάκτηση λάβαμε γνώση του δημοσιεύματος/ καταχώρισης με το οποίο προβάλλεται το έργο “Riverside Stories” ως «καθόλα νόμιμη ανάπτυξη», «με απόλυτη ευαισθησία προς τον περιβάλλοντα χώρο και το περιβάλλον», ενώ ταυτόχρονα οι σοβαρότατες, τεκμηριωμένες και επίμονες αντιδράσεις των επηρεαζόμενων κατοίκων απαξιώνονται περίπου ως προϊόν «παραπλανητικών εντυπώσεων», «καχυποψίας» και «διαστρέβλωσης της αλήθειας».
Το κείμενο αυτό αποτελεί μια προκλητική, παραπλανητική και βαθιά προσβλητική απόπειρα αντιστροφής της πραγματικότητας. Οι κάτοικοι δεν μίλησαν ποτέ ούτε από προκατάληψη ούτε από ιδιοτροπία ούτε από εμμονή κατά της «πολυτέλειας», όπως υποτιμητικά επιχειρείται να παρουσιαστεί. Αντιδρούν εδώ και μήνες επειδή βιώνουν στην πράξη τις συνέπειες ενός έργου που αλλοιώνει τον χαρακτήρα της περιοχής, επιβαρύνει επικίνδυνα το οδικό και οικιστικό περιβάλλον, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ασφάλειας και εγείρει απολύτως εύλογα ερωτήματα για τη νομιμότητα, τη διαφάνεια και τη διοικητική διαχείρισή του.
Πρώτον, ο ισχυρισμός των developers ότι η ανάπτυξη δεν βρίσκεται εντός του ιστορικού πυρήνα Αγίων Ομολογητών είναι παραπλανητικός. Βάσει του ισχύοντος Τοπικού Σχεδίου, το τεμάχιο βρίσκεται σαφώς εντός του ιστορικού πυρήνα, και κάθε προσπάθεια παρουσίασης του αντιθέτου συνιστά διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Ακριβώς επειδή το έργο χωροθετείται εντός ιστορικού πυρήνα, όφειλε να τύχει απολύτως αυστηρής μεταχείρισης ως προς τον σεβασμό της κλίμακας, του χαρακτήρα και της προστασίας της περιοχής. Το γεγονός ότι απαιτήθηκε κατ’ εξαίρεση έγκριση για την ανέγερση τρίτου ορόφου είναι από μόνο του αποκαλυπτικό. Αν το έργο ήταν πράγματι τόσο αυτονόητα και πλήρως συμβατό με το ισχύον πολεοδομικό πλαίσιο, δεν θα υπήρχε ανάγκη τέτοιας εξαίρεσης. Η ίδια η ανάγκη για παρέκκλιση καταρρίπτει τον μύθο της δήθεν αυτονόητης συμβατότητας του έργου με το καθεστώς που διέπει την περιοχή.
Δεύτερον, οι αντιδράσεις των κατοίκων δεν στρέφονται κατά της “φινέτσας”, της “πολυτέλειας” ή των “πισινών”. Αυτή η παρουσίαση είναι απαξιωτική και απολύτως παραπλανητική. Οι αντιδράσεις αφορούν τον όγκο, την κλίμακα και κυρίως την ανέγερση τρίτου ορόφου μέσα σε ιστορικό πυρήνα, με αποτέλεσμα την ουσιώδη αλλοίωση του χαρακτήρα της γειτονιάς και την άμεση βλάβη των δικαιωμάτων των περιοίκων. Οι γειτονικές κατοικίες επηρεάζονται σοβαρότατα ως προς τη θέα, την ηλιοφάνεια, τον αερισμό, την ποιότητα ζωής και την αξία της περιουσίας τους. Αυτά δεν είναι “εντυπώσεις”. Είναι απολύτως προβλέψιμες και πραγματικές συνέπειες μιας υπερμεγέθους ανάπτυξης που δεν συνάδει με την κλίμακα και τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου πυρήνα.
Τρίτον, η αναφορά σε 24 χώρους στάθμευσης στο υπόγειο δεν απαντά στο πραγματικό πρόβλημα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο πού θα σταθμεύουν τα οχήματα του έργου, αλλά η επιπρόσθετη κυκλοφοριακή επιβάρυνση που θα προκληθεί σε στενούς, αδιέξοδους και ήδη ασφυκτικά επιβαρυμένους δρόμους, με σοβαρότατο πρόβλημα πρόσβασης, ασφάλειας και στάθμευσης. Η περιοχή είναι ήδη τόσο βεβαρυμένη, ώστε πολλές φορές, λόγω της κατάστασης στάθμευσης, ούτε καν το σκουπιδιάρικο του Δήμου δεν μπορεί να περάσει και να εξυπηρετήσει κανονικά τους δρόμους. Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι υπήρξε περιστατικό με ασθενοφόρο που μετέφερε σοβαρά ασθενή και το οποίο δεν μπορούσε να περάσει από τα στενά της οδού Ύδρας προς την ‘Λεωφόρο’ Αγίων Ομολογητών. Το περιστατικό αυτό έχει καταγγελθεί, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί καμία απάντηση. Όταν σε μια περιοχή δυσχεραίνεται η διέλευση κρατικών οχημάτων που εξυπηρετούν τους κατοίκους, και καταγγέλλεται αδυναμία πρόσβασης ασθενοφόρου, κάθε ισχυρισμός περί «μη επιβάρυνσης της περιοχής» καθίσταται όχι μόνο αβάσιμος αλλά και προκλητικός.
Τέταρτον, μέχρι σήμερα παραμένουν αναπάντητες οι επιστολές μας για τα ζητήματα στάθμευσης, κυκλοφορίας και συνολικής επιβάρυνσης της περιοχής. Οι επιστολές αυτές είχαν αρχικά απευθυνθεί στον Δήμο Λευκωσίας και πλέον στον ΕΟΑ Λευκωσίας, ο οποίος έχει διαδεχθεί τον Δήμο. Δεν μπορεί να προβάλλεται, ούτε ρητά ούτε σιωπηρά, οποιαδήποτε δικαιολογία περί διοικητικής μετάβασης ή αλλαγής αρμοδιότητας, διότι πρόκειται ουσιαστικά για διοικητική συνέχεια. Τα ίδια πρόσωπα και η ίδια διοικητική γνώση του ζητήματος δεν εξαφανίστηκαν με τη μετονομασία ή τη θεσμική διαδοχή του φορέα. Γι’ αυτό ακριβώς η καθυστέρηση είναι ακόμη πιο αδικαιολόγητη. Ο ΕΟΑ διαδέχθηκε όχι μόνο τον Δήμο, αλλά και την ευθύνη να απαντήσει. Η συνεχιζόμενη σιωπή αποτελεί αποφυγή ευθύνης.
Πέμπτον, ο ισχυρισμός περί “απόλυτης ευαισθησίας προς το περιβάλλον” καταρρίπτεται από τα ίδια τα γεγονότα. Η πορεία των εργασιών έχει συνοδευτεί από σοβαρά περιστατικά, βλάβες και κινδύνους, που μόνο ως παράδειγμα “απόλυτου σεβασμού” προς τη γειτονιά και το περιβάλλον δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Οι κάτοικοι δεν διαμαρτύρονται θεωρητικά. Διαμαρτύρονται επειδή βλέπουν στην πράξη το άμεσο περιβάλλον τους να υποβαθμίζεται και να καθίσταται επικίνδυνο.
Έκτον, παραμένει αναπάντητο το εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα των δέντρων και ειδικότερα των ευκαλύπτων της περιοχής. Στην πολεοδομική άδεια του έργου, οι ίδιοι οι αιτητές δηλώνουν ότι δεν θα κοπούν δέντρα στο τεμάχιο. Η δήλωση αυτή, υπό το φως όσων έχουν ακολουθήσει, γεννά σοβαρότατα ερωτήματα ως προς την ακρίβεια και την ειλικρίνειά της. Διότι όχι μόνο έχουν κοπεί δέντρα, αλλά μέχρι σήμερα έχουν ξεριζωθεί και απομακρυνθεί πέραν των δώδεκα δέντρων, τόσο εντός όσο και εκτός του τεμαχίου, ενώ και άλλα δέντρα εξακολουθούν να κινδυνεύουν. Παρά ταύτα, οι developers εξακολουθούν να προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι αριθμός ευκαλύπτων ήταν ξηροί, σαπισμένοι και επικίνδυνοι, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει παρουσιαστεί κανένα συγκεκριμένο, επαληθεύσιμο και πειστικό στοιχείο που να τεκμηριώνει επαρκώς αυτόν τον ισχυρισμό. Δεν έχουν δοθεί στους κατοίκους ούτε πλήρεις εκθέσεις ούτε γνωματεύσεις ούτε τεχνικά δεδομένα που να δικαιολογούν την κοπή τους. Παράλληλα, παραμένει αναπάντητο και το σοβαρό ζήτημα των έξι δέντρων εντός του πεζοδρομίου που κατέρρευσαν λόγω της καταστροφής του ριζικού τους συστήματος. Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί καμία επαρκής και συγκεκριμένη απάντηση για το πώς ακριβώς επήλθε αυτή η καταστροφή, ποιος φέρει την ευθύνη και με ποια μέτρα προτίθενται οι αρμόδιοι να αποτρέψουν περαιτέρω βλάβες και κινδύνους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, υφίστανται εύλογες και σοβαρές ανησυχίες ότι η κοπή και εκρίζωση των δέντρων δεν έγινε αποκλειστικά για λόγους ασφάλειας ή αναγκαιότητας, αλλά προς εξυπηρέτηση του έργου. Όσο δεν παρουσιάζεται πλήρης, διαφανής και ελέγξιμη τεκμηρίωση, οι σχετικοί ισχυρισμοί παραμένουν αναπόδεικτοι και η δυσπιστία των κατοίκων απολύτως δικαιολογημένη.
Έβδομον, το μόνο δημόσιο τμήμα που ανταποκρίθηκε ουσιαστικά και άμεσα στις καταγγελίες και στις ανησυχίες των κατοίκων ήταν το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας. Και η ανταπόκρισή του ήταν αποκαλυπτική: έδωσε άμεσα εντολή διακοπής των εργασιών, κρίνοντας ότι η κατάσταση στο εργοτάξιο ήταν πολύ επικίνδυνη. Επιπλέον, επιβλήθηκαν επίσημα μέτρα και προϋποθέσεις, τις οποίες οι υπεύθυνοι έργου οφείλουν να εκπληρώσουν πριν επιτραπεί η επανέναρξη των εργασιών. Το γεγονός αυτό είναι καθοριστικής σημασίας. Αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι γείτονες δεν υπερβάλλουν, δεν κινδυνολογούν και δεν κατασκευάζουν φανταστικά προβλήματα. Αντιθέτως, οι ανησυχίες τους κρίθηκαν τόσο σοβαρές, ώστε το μόνο κρατικό τμήμα που έπραξε το αυτονόητο διέταξε την άμεση παύση των εργασιών λόγω επικινδυνότητας. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Όχι η εικόνα εξωραϊσμού που επιδιώκουν να προβάλουν οι developers.
Όγδοον, η επίκληση “επιστημονικών πραγματογνωμοσυνών”, “μελετών” και “αξιολογήσεων” από τις αρμόδιες αρχές δεν απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση διαφάνειας και λογοδοσίας. Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει καμία ουσιαστική απάντηση από τον ΕΟΑ Λευκωσίας στις τεκμηριωμένες ανησυχίες μας για τις μελέτες και αξιολογήσεις επί των οποίων στηρίχθηκαν κρίσιμες αποφάσεις για το έργο. Εφόσον οι developers και οι αρμόδιοι φορείς επικαλούνται με τόση βεβαιότητα ότι το έργο δήθεν δεν θα επιβαρύνει την περιοχή, οφείλουν να δώσουν άμεσα στη δημοσιότητα και στους επηρεαζόμενους κατοίκους τις μελέτες, τις αξιολογήσεις, τα τεχνικά δεδομένα και τα συμπεράσματα με τα οποία τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός περί “μη επιβάρυνσης της περιοχής”. Δεν είναι αποδεκτό να προβάλλονται αόριστες διαβεβαιώσεις περί “μη επιβάρυνσης”, την ώρα που οι κάτοικοι βιώνουν ήδη τις επιπτώσεις και στερούνται πρόσβασης στα ίδια τα έγγραφα πάνω στα οποία, υποτίθεται, βασίστηκε η αδειοδότηση. Αν πράγματι υπάρχουν τέτοιες μελέτες, να δοθούν. Αν δεν δίνονται, τότε οι σχετικοί ισχυρισμοί παραμένουν αναπόδεικτοι και πολιτικά και ηθικά έκθετοι.
Ένατον, η απόπειρα να παρουσιαστεί ως “ευεργεσία” η καθ’ ύψος επέκταση, με το επιχείρημα ότι διαφορετικά θα υπήρχε μεγαλύτερη κάλυψη, είναι αυθαίρετη και παραπλανητική. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ποιο υποθετικό σενάριο επιλέγουν εκ των υστέρων οι developers να παρουσιάσουν ως χειρότερο, αλλά κατά πόσον αυτό που τελικώς εγκρίθηκε συνάδει με τον χαρακτήρα της περιοχής, την αρχή της αναλογικότητας και την υποχρέωση προστασίας του ιστορικού πυρήνα. Δεν νομιμοποιείται μια επιβαρυντική ανάπτυξη επειδή κατασκευάζεται το αφήγημα ότι υπήρχε θεωρητικά και χειρότερη.
Δέκατον, είναι εντελώς απαράδεκτο να επιχειρείται η ηθική απαξίωση των κατοίκων και η παρουσίασή τους περίπου ως ψευδολογούντων ή συκοφαντών, επειδή υπερασπίζονται τη γειτονιά τους, την ασφάλεια των παιδιών τους, την ποιότητα ζωής τους και τον χαρακτήρα της περιοχής. Οι πολίτες που απευθύνονται στις αρχές, ζητούν εξηγήσεις, υποβάλλουν καταγγελίες και απαιτούν λογοδοσία δεν “διαστρεβλώνουν την αλήθεια”.Ασκούν στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Αντιθέτως, εκείνοι που επιλέγουν να απαξιώνουν τους κατοίκους αντί να απαντούν επί της ουσίας στα ερωτήματά τους, αποκαλύπτουν ακριβώς την αδυναμία τους να υπερασπιστούν πειστικά το έργο και τις συνέπειές του.
Η φράση, τέλος, με την οποία υπονοείται ότι οι κάτοικοι «λένε ψέματα», δεν είναι απλώς ατυχής. Είναι βαθιά προσβλητική, εμπρηστική και αποκαλυπτική της αλαζονείας με την οποία επιχειρείται να φιμωθούν οι δικαιολογημένες αντιδράσεις μιας ολόκληρης γειτονιάς. Όταν οι κάτοικοι βλέπουν τον ιστορικό χαρακτήρα της περιοχής τους να αλλοιώνεται, την καθημερινότητά τους να υποβαθμίζεται, τους δρόμους τους να ασφυκτιούν, τις υποδομές να δοκιμάζονται, την ασφάλειά τους να τίθεται σε κίνδυνο και τις αρχές να σιωπούν, δεν οφείλουν σιωπή. Οφείλουν να αντιδρούν. Και θα συνεχίσουν να αντιδρούν.
Το γεγονός δε ότι, παρά τις επανειλημμένες επιστολές και καταγγελίες, οι αρμόδιες αρχές είτε δεν απαντούν είτε καθυστερούν αδικαιολόγητα να αναλάβουν σαφή θέση και ευθύνη, είναι από μόνο του εξαιρετικά ανησυχητικό, όχι μόνο για τους άμεσα επηρεαζόμενους κατοίκους, αλλά για όλους τους πολίτες. Όταν σοβαρότατα ζητήματα ασφάλειας, περιβάλλοντος, κυκλοφορίας, διοικητικής ευθύνης και πολεοδομικής διαφάνειας παραμένουν αναπάντητα, δεν πλήττεται μόνο μια γειτονιά. Πλήττεται η ίδια η εμπιστοσύνη του πολίτη προς τη διοίκηση, τη λογοδοσία και το κράτος δικαίου.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απαιτούμε την άμεση και αυτούσια δημοσίευση της παρούσας απάντησης, σε αντίστοιχη θέση και με ανάλογη προβολή προς το αρχικό δημοσίευμα, προς αποκατάσταση της αλήθειας, της στοιχειώδους δημοσιογραφικής ισορροπίας και της ίσης μεταχείρισης.
Επιφυλασσόμαστε ρητά παντός νόμιμου δικαιώματός μας σε σχέση με ανακριβείς, παραπλανητικές και προσβλητικές αναφορές που θίγουν τους κατοίκους, επιχειρούν να απαξιώσουν δημοσίως τις τεκμηριωμένες θέσεις και ανησυχίες τους και συντελούν σε μια στρεβλή και μονομερή παρουσίαση ενός ζητήματος σοβαρού δημόσιου ενδιαφέροντος.
Με εκτίμηση,
ΟΜΑΔΑ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΥΔΡΑΣ ΚΑΙ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΓΙΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ (ΛΕΥΚΩΣΙΑ)