Το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ειδικής αστυνομικού η οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας με την οποία άλλαξε το ωράριο βάρδιας των αστυνομικών από την 1/1/2026.
Η αστυνομικός είχε καταχωρήσει προσφυγή κατά της απόφασης του Αρχηγού Αστυνομίας και παράλληλα ζητούσε και διάταγμα που να αναστέλλει την εφαρμογή της.
Σύμφωνα με την απόφαση του Αρχηγού η οποία ξεσήκωσε αντιδράσεις από τις συντεχνίες των αστυνομικών, το νέο ωράριο εργασίας, στα μέλη της Αστυνομίας που εργάζονταν μέχρι τότε με το ωράριο 12Χ36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας, άλλαξε σε ένα συνεχές 11ωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας 11Χ37, αντί του προηγούμενου συνεχές 12ωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας.
Η αιτήτρια όπως ανέφερε στην ένορκο δήλωσή της, μέχρι τις 31.12.2025 εργαζόταν στο ωράριο βάρδιας 12X36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας και απολάμβανε ετησίως 19,5 ημεραργίες και 35 ημέρες άδεια απουσίας. Με το νέο ωράριο εργασίας οι αστυφύλακες που εργάζονταν με το ωράριο 12Χ36 εργάζονται, από την 01.01.2026, ένα συνεχές 11ωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, 11X37, αντί του προηγούμενου συνεχούς 12ωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας. Συνέπεια της εν λόγω αλλαγής, οι 19,5 ετήσιες ημεραργίες που λάμβανε μέχρι τότε, τόσο η ίδια, όσο και τα λοιπά επηρεαζόμενα μέλη της Αστυνομίας, μειώθηκαν σε 4 ημέρες και 7,5 ώρες, που θα παραχωρούνται κάθε 38 εργάσιμα 11ωρα, όπου είναι εφικτό, ως αντιστάθμισμα των περισσότερων ισάξιων ωρών που θα εργάζονται, χωρίς να προστεθούν στην ετήσια άδεια απουσίας τους 3,18 ημέρες ανάπαυσης.
Από την πλευρά της Δημοκρατίας, σύμφωνα με ένορκη δήλωση του αν. ανώτερου υπαστυνόμου, Παντελή Κωμοδρόμου, υπεύθυνου Κεντρικού Λογιστηρίου Αστυνομίας, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς η απόφαση που προσβάλλει η αιτήτρια και για την οποία αιτείται αναστολή, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά εσωτερικό μέτρο της διοίκησης καθότι ο Αρχηγός προέβη απλώς σε αλλαγή της κατανομής των ωραρίων των μελών της Αστυνομίας, χωρίς να τροποποιεί τις ώρες εργασίας τους, οι οποίες παρέμειναν σταθερές (1956 ώρες) και απλώς μειώθηκαν οι επιπρόσθετες ώρες για τις οποίες τα μέλη της Αστυνομίας λάμβαναν ημεραργίες (από 234 σε 51,5 ώρες). Η προσαρμογή της διάρκειας της βάρδιας από 12 σε 11 ώρες δεν εισήγαγε νέο σύστημα εργασίας ως προς τη φιλοσοφία του, αλλά αποσκοπούσε στη μαθηματική και θεσμική ευθυγράμμιση του συνολικού ετήσιου χρόνου υπηρεσίας με τα προβλεπόμενα όρια.
Το Δικαστήριο αφού άκουσε τις δύο πλευρές αποφάνθηκε ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει εν προκειμένω οποιαδήποτε αυταπόδεικτη παρανομία, πρόδηλα δηλαδή αναγνωρίσιμη από την εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, αναφέρεται, όπως βεβαίως και οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται, θα πρέπει να απαντηθούν κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, η δε κατάληξη του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα κατάλληλης συζήτησης και επιχειρηματολογίας, με βάση τις σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές πρόνοιες, οι οποίες θα πρέπει να τύχουν ερμηνείας.