Την αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού για δύο εκ των τριών κατηγορουμένων σε υπόθεση ναρκωτικών, όπλων, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση κατά την περίοδο 2020-2021 επικύρωσε το Εφετείο, με απόφασή του ημερομηνίας 14 Μαΐου 2026, απορρίπτοντας την ποινική έφεση του Γενικού Εισαγγελέα και κρίνοντας ότι δεν υπήρχε νομικό σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση.
Η υπόθεση αφορούσε τρία πρόσωπα που αντιμετώπιζαν συνολικά δέκα κατηγορίες, μεταξύ άλλων για κατοχή μεγάλων ποσοτήτων μεθαμφεταμίνης και κοκαΐνης, κατοχή πυροβόλων όπλων και φυσιγγίων χωρίς άδεια, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων ύψους €71.500, τα οποία φέρονταν να προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες.
Το Κακουργιοδικείο είχε αθωώσει πλήρως έναν από τους κατηγορούμενους, ενώ δεύτερος είχε απαλλαγεί από τις κατηγορίες συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και νομιμοποίησης εσόδων. Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα τις αρχές που διέπουν την περιστατική μαρτυρία και παρέλειψε να αξιολογήσει ψευδείς ισχυρισμούς ως ενοχοποιητικά στοιχεία.
Το Εφετείο απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε νομικό σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση και ότι η περιστατική μαρτυρία δεν ήταν επαρκής για να θεμελιώσει ενοχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Στην απόφασή του επεσήμανε ότι το δικαίωμα έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και δεν εκτείνεται σε επανεκτίμηση της αξιοπιστίας μαρτύρων ή των ευρημάτων του δικαστηρίου.
Όπως ανέφερε το Εφετείο, «το δικαίωμα έφεσης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, αποκλειομένης της άσκησης έφεσης κατά της αξιολόγησης μαρτυρίας ή κατά οποιουδήποτε θέματος συναφούς προς την αξιολόγηση».
Σε σχέση με την περιστατική μαρτυρία, το Εφετείο σημείωσε ότι γενικές υποψίες, κοινωνικές σχέσεις ή η παρουσία προσώπων στον ίδιο χώρο δεν αρκούν από μόνες τους για να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη.
Σύμφωνα με την απόφαση, «η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του».
Το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχεία όπως συγκατοίκηση, κοινωνικές σχέσεις, παρουσία ναρκωτικών σε κοινόχρηστους χώρους και σύνδεση με καταζητούμενο πρόσωπο δεν ήταν επαρκή ώστε να αποδειχθεί γνώση και κατοχή ναρκωτικών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Παράλληλα, εξετάστηκε και το ζήτημα των €71.500 που εντοπίστηκαν στην κατοχή του δεύτερου κατηγορουμένου. Η Κατηγορούσα Αρχή υποστήριξε ότι, αφού το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την εξήγηση πως τα χρήματα προέρχονταν από νόμιμες επαγγελματικές δραστηριότητες, αυτό συνιστούσε «ψεύδος» που έπρεπε να ληφθεί ως ενοχοποιητική περιστατική μαρτυρία.
Το Εφετείο απέρριψε και αυτή τη θέση, επισημαίνοντας ότι η απόρριψη μιας εκδοχής δεν ισοδυναμεί αυτόματα με αποδεδειγμένο ψεύδος.
Αναφερόμενο σε σχετική νομολογία, το Εφετείο σημείωσε, «το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ’ εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής».
Συμπλήρωσε ακόμα ότι, «για να μπορούσε να αντληθεί ψέμα από τη μαρτυρία του εφεσείοντα δεν αρκούσε η απόρριψη της εκδοχής του από το Κακουργιοδικείο. Το ψέμα στο δικαστήριο έπρεπε να αποδειχτεί με ανεξάρτητη μαρτυρία».
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι οι λόγοι έφεσης δεν μπορούσαν να ανατρέψουν την πρωτόδικη κρίση και απέρριψε την έφεση στο σύνολό της.
ΚΥΠΕ