Οι πληροφορίες του Axios για περισσότερα από 300 στρατιωτικά drones, το Γκουαντάναμο και το Κι Γουέστ δεν παραπέμπουν σε άμεση πολεμική απειλή, αναδεικνύουν όμως τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία των μη επανδρωμένων αεροσκαφών επηρεάζει πλέον και την ασφάλεια στην περιοχή της Καραϊβικής.

Η Κούβα επανέρχεται στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής ανησυχίας, όχι όμως με όρους Ψυχρού Πολέμου. Όχι μέσω σοβιετικών πυραύλων ή μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών ασκήσεων, ούτε ως δύναμη που μπορεί να αμφισβητήσει συμβατικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή τη φορά, η ανησυχία συνδέεται με ένα μέσο μικρότερο, φθηνότερο και δυσκολότερο στον έλεγχο: τα drones.

Σύμφωνα με το Axios, η Κούβα έχει αποκτήσει περισσότερα από 300 στρατιωτικά drones και έχει αρχίσει να συζητά σενάρια χρήσης τους εναντίον της αμερικανικής βάσης στο Γκουαντάναμο, αμερικανικών πολεμικών πλοίων και, ενδεχομένως, του Κι Γουέστ στη Φλόριντα, μόλις 90 μίλια βόρεια της Αβάνας. Το ρεπορτάζ επικαλείται διαβαθμισμένες αμερικανικές πληροφορίες και παρουσιάζει την υπόθεση ως νέο σημείο ανησυχίας για την κυβέρνηση Τραμπ, ειδικά λόγω της φερόμενης εμπλοκής ρωσικής και ιρανικής τεχνογνωσίας στο κουβανικό πρόγραμμα μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Το πρώτο στοιχείο που χρειάζεται προσοχή είναι ακριβώς αυτό το ότι δηλαδή οι πληροφορίες προέρχονται από αμερικανικές διαβαθμισμένες εκτιμήσεις που διοχετεύονται στον Τύπο. Δεν πρόκειται για δημόσια επιβεβαιωμένο επιχειρησιακό σχέδιο της Αβάνας. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι η Κούβα έχει αποφασίσει επίθεση ή ότι έχει ενεργοποιήσει συγκεκριμένο σχέδιο πλήγματος κατά αμερικανικών στόχων. Το Reuters, μεταδίδοντας το θέμα, σημείωσε ότι δεν μπορούσε να επαληθεύσει άμεσα το ρεπορτάζ του Axios. Αυτό φυσικά σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Την τοποθετεί όμως σε μία άλλη διάσταση. Η ιστορία δεν πρέπει να διαβαστεί ως «η Κούβα ετοιμάζεται να χτυπήσει τις ΗΠΑ». Πρέπει να διαβαστεί ως κάτι πιο σύνθετο: η Ουάσιγκτον βλέπει πλέον την Κούβα όχι μόνο ως παλαιό ιδεολογικό αντίπαλο, αλλά ως πιθανή πλατφόρμα ασύμμετρης απειλής μέσα στο ίδιο το δυτικό ημισφαίριο και μετά την Βενεζουέλα ίσως να ψάξει τρόπο να επέμβει και σε αυτό το διαχρονικό «αγκάθι» στα πλευρά της.

Το νέο πρόβλημα δεν είναι η κουβανική αεροπορία – είναι το φθηνό πλήγμα

Η ίδια η αμερικανική εκτίμηση, όπως μεταφέρεται από το Axios, αναγνωρίζει ότι η Κούβα δεν αποτελεί άμεση στρατιωτική απειλή με την κλασική έννοια. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν πιστεύουν ότι επίκειται επίθεση. Δεν εκτιμούν επίσης ότι η Αβάνα βρίσκεται σε ενεργό στάδιο εκτέλεσης σχεδίου κατά αμερικανικών συμφερόντων. Αυτό που τους ανησυχεί είναι ότι Κουβανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι φέρονται να συζητούν σενάρια χρήσης drones στην περίπτωση που οι σχέσεις με τις ΗΠΑ επιδεινωθούν περαιτέρω. Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι ότι η Κούβα έγινε ξαφνικά μεγάλη στρατιωτική δύναμη. Είναι ότι μια αποδυναμωμένη χώρα, με περιορισμένα συμβατικά μέσα, μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε τεχνολογία που επιτρέπει χαμηλού κόστους πλήγματα με υψηλό πολιτικό αντίκτυπο. Τα drones άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται η ισχύς. Δεν χρειάζεται πλέον μια χώρα να έχει σύγχρονα μαχητικά, μεγάλες ναυτικές δυνατότητες ή βαλλιστικό οπλοστάσιο για να δημιουργήσει κρίση. Αρκεί να μπορεί να απειλήσει μια βάση, ένα πλοίο, μια ενεργειακή εγκατάσταση ή έναν στόχο μεγάλης συμβολικής αξίας.

Αυτό είναι το μάθημα που η Ουάσιγκτον αντλεί από τη Μέση Ανατολή αλλά και από τα όσα γίνονται επί πέντε χρόνια – με τον κόσμο να μιλά όλο και πιο σπάνια για αυτά – στην Ουκρανία. Η χρήση drones από το Ιράν και από δίκτυα που συνδέονται με την Τεχεράνη έδειξε ότι ακόμη και ο ασθενέστερος μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά την αμερικανική στρατιωτική παρουσία, να προκαλέσει κόστος, να αναγκάσει τις ΗΠΑ να διαθέσουν ακριβά μέσα άμυνας και να δημιουργήσει πολιτική πίεση. Το Axios συνδέει ευθέως την ανησυχία για την Κούβα με την εμπειρία από τη χρήση ιρανικών drones κατά αμερικανικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή.

Γκουαντάναμο, Κι Γουέστ και η νέα γεωγραφία του φόβου

Η αναφορά στο Γκουαντάναμο δεν είναι τυχαία. Η αμερικανική βάση στην Κούβα αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα από τα πιο φορτισμένα σημεία της αμερικανοκουβανικής αντιπαράθεσης. Για την Αβάνα είναι σύμβολο παραβίασης της κυριαρχίας της. Για την Ουάσιγκτον είναι στρατηγικό προγεφύρωμα, εγκατεστημένο μέσα σε εχθρικό έδαφος. Αν ένα drone μπορούσε να απειλήσει το Γκουαντάναμο, το μήνυμα θα ήταν μεγαλύτερο από τη στρατιωτική ζημιά. Θα ήταν πολιτικό, ψυχολογικό και συμβολικό. Θα έδειχνε ότι η αμερικανική παρουσία στην Κούβα δεν είναι άτρωτη.

Η αναφορά στο Κι Γουέστ είναι ακόμη πιο ευαίσθητη. Ακόμη και αν οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν θεωρούν πιθανή μια τέτοια επίθεση, η γεωγραφία αρκεί για να παράγει πολιτικό συναγερμό. Η απόσταση των 90 μιλίων ανάμεσα στην Κούβα και τη Φλόριντα είναι από μόνη της στοιχείο του αμερικανικού πολιτικού φαντασιακού από την εποχή της κρίσης των πυραύλων.

Το 1962, η απειλή ήταν πυρηνική, στρατηγική και σοβιετική. Το 2026, όπως παρουσιάζεται από τις αμερικανικές εκτιμήσεις, η απειλή είναι τεχνολογική, ασύμμετρη και υβριδική. Η Κούβα δεν μπορεί να αναπαράγει την κρίση των πυραύλων. Μπορεί όμως, σύμφωνα με την αμερικανική ανάγνωση, να γίνει κόμβος όπου συναντώνται ρωσικές δυνατότητες, ιρανική εμπειρία και κουβανική γεωγραφία.

Η ρωσική και ιρανική σκιά

Στο επίκεντρο των αμερικανικών ανησυχιών βρίσκεται η προέλευση των drones και η τεχνογνωσία που πιθανόν τα συνοδεύει. Το Axios αναφέρει ότι η Κούβα αποκτά drones «διαφορετικών δυνατοτήτων» από τη Ρωσία και το Ιράν από το 2023 και ότι τα έχει αποθηκεύσει σε στρατηγικά σημεία στο νησί. Αναφέρει επίσης ότι Κουβανοί αξιωματούχοι έχουν αναζητήσει επιπλέον drones και στρατιωτικό εξοπλισμό από τη Μόσχα μέσα στον τελευταίο μήνα.

Αν οι πληροφορίες ισχύουν, η υπόθεση αποκτά μεγαλύτερη διάσταση. Δεν αφορά μόνο την Κούβα. Αφορά τη δυνατότητα της Ρωσίας και του Ιράν να μεταφέρουν εργαλεία πίεσης κοντά στην αμερικανική επικράτεια. Η Ουάσιγκτον δεν βλέπει πλέον μόνο την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή ή τον Περσικό Κόλπο ως πεδία ανταγωνισμού. Βλέπει το ίδιο το δυτικό ημισφαίριο ως χώρο όπου οι αντίπαλοί της μπορούν να εγκαταστήσουν μικρές, φθηνές, αλλά πολιτικά επικίνδυνες απειλές.

Το Axios αναφέρεται επίσης σε ρωσικές και κινεζικές εγκαταστάσεις συλλογής σημάτων πληροφοριών στην Κούβα. Αυτό ενισχύει την αμερικανική ανησυχία ότι το νησί μπορεί να λειτουργεί ως πλατφόρμα πληροφοριών και επιχειρησιακής προετοιμασίας για αντιπάλους των ΗΠΑ.

Από την πλευρά της, η Κούβα απάντησε χωρίς να διαψεύσει ευθέως την κατοχή drones. Η πρεσβεία της, σύμφωνα με το Axios και το Reuters, υποστήριξε ότι κάθε χώρα έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα απέναντι σε εξωτερική επιθετικότητα και κατηγόρησε κύκλους στις ΗΠΑ ότι κατασκευάζουν προσχήματα για στρατιωτική ή οικονομική πίεση. Ο Κουβανός υπουργός Εξωτερικών Μπρούνο Ροντρίγκες κατήγγειλε ότι η Ουάσιγκτον στήνει «δόλια υπόθεση» για να δικαιολογήσει νέες κυρώσεις ή ακόμη και στρατιωτική δράση.

Η επίσκεψη του Τζον Ράτκλιφ και το μήνυμα της CIA

Η πλέον ασυνήθιστη λεπτομέρεια του ρεπορτάζ είναι η επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στην Κούβα. Σύμφωνα με το Axios, ο Ράτκλιφ ταξίδεψε στην Αβάνα και προειδοποίησε ευθέως τους Κουβανούς αξιωματούχους να μην εμπλακούν σε εχθρικές ενέργειες. Παράλληλα, φέρεται να τους κάλεσε να εγκαταλείψουν το ολοκληρωτικό μοντέλο διακυβέρνησης ώστε να ανοίξει ο δρόμος για άρση των αμερικανικών κυρώσεων.

Το μήνυμα αυτό κινείται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι στρατιωτικό: μη δοκιμάσετε την Ουάσιγκτον. Το δεύτερο είναι πολιτικό: οι κυρώσεις θα παραμείνουν όσο το καθεστώς παραμένει αυτό που είναι.

Η φράση που αποδίδεται σε αξιωματούχο της CIA, ότι το δυτικό ημισφαίριο δεν μπορεί να γίνει «παιδική χαρά» των αντιπάλων των ΗΠΑ, δείχνει καθαρά την ευρύτερη λογική. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν αντιμετωπίζει την υπόθεση ως μεμονωμένο κουβανικό ζήτημα. Τη συνδέει με το Ιράν, τη Ρωσία, την Κίνα, τη Βενεζουέλα, τα ναρκωτικά, τις παραστρατιωτικές απειλές και την τεχνολογική διάχυση των drones.

Αυτό είναι το νέο δόγμα φόβου της Ουάσιγκτον: η απειλή δεν έρχεται πια μόνο από μεγάλους στρατούς, αλλά από κόμβους. Από χώρες, υπηρεσίες, δίκτυα και τεχνολογίες που συνδέονται μεταξύ τους και μπορούν να δημιουργήσουν κρίσεις χωρίς να ξεκινήσουν συμβατικό πόλεμο.

Η υπόθεση Ραούλ Κάστρο και η πολιτική πίεση

Η χρονική συγκυρία κάνει την υπόθεση ακόμη πιο φορτισμένη. Το Axios αναφέρει ότι το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να αποσφραγίσει κατηγορητήριο κατά του Ραούλ Κάστρο για την κατάρριψη δύο αεροσκαφών της οργάνωσης Brothers to the Rescue το 1996. Το Reuters μετέδωσε επίσης ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να ανακοινώσουν κατηγορίες κατά του Κάστρο για την υπόθεση αυτή.

Η υπόθεση έχει τεράστια βαρύτητα στη Φλόριντα και ειδικά στην κουβανική κοινότητα του Μαϊάμι. Η σύνδεσή της με τις πληροφορίες για drones δημιουργεί ένα ενιαίο πολιτικό πλαίσιο: η Κούβα παρουσιάζεται ξανά όχι απλώς ως αυταρχικό καθεστώς, αλλά ως ενεργός κίνδυνος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που απαιτεί δημοσιογραφική επιφυλακή. Όταν οι διαρροές πληροφοριών συμπίπτουν με νομικές κινήσεις, νέες κυρώσεις και σκληρή ρητορική, το ρεπορτάζ δεν αφορά μόνο την απειλή. Αφορά και την προετοιμασία πολιτικού εδάφους.

Η ίδια η διατύπωση του Axios είναι ενδεικτική: οι πληροφορίες «θα μπορούσαν να γίνουν πρόσχημα για αμερικανική στρατιωτική δράση». Δεν λέει ότι θα γίνει στρατιωτική δράση. Λέει όμως ότι το υλικό που κυκλοφορεί μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για σκληρότερη πολιτική.

Η Κούβα είναι αδύναμη – αλλά αυτό δεν αρκεί για να καθησυχάσει την Ουάσιγκτον

Το παράδοξο είναι ότι η Κούβα σήμερα βρίσκεται σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της μετά την επανάσταση του 1959. Η οικονομία της είναι εξαντλημένη, οι ελλείψεις είναι βαθιές, οι υποδομές της πιέζονται και το καθεστώς αντιμετωπίζει εσωτερική φθορά. Το Axios παρουσιάζει την κουβανική κυβέρνηση ως πιο ευάλωτη από ποτέ, λόγω των αμερικανικών κυρώσεων και της χρόνιας οικονομικής κακοδιαχείρισης.

Όμως η αδυναμία δεν σημαίνει απουσία κινδύνου. Στη σύγχρονη στρατιωτική λογική, οι πιο αδύναμοι δρώντες συχνά αναζητούν ακριβώς τις τεχνολογίες που μειώνουν το χάσμα ισχύος. Τα drones είναι τέτοια τεχνολογία. Δεν εξισώνουν την Κούβα με τις ΗΠΑ. Της δίνουν όμως, δυνητικά, ένα εργαλείο παρενόχλησης, αποτροπής ή εκβιασμού.

Αυτό φοβάται η Ουάσιγκτον. Όχι μια κουβανική εισβολή. Όχι μια κλασική στρατιωτική σύγκρουση. Αλλά ένα σενάριο στο οποίο μια κρίση χαμηλής έντασης μπορεί να παραγάγει δυσανάλογο πολιτικό αποτέλεσμα.

Ένα drone που θα κινηθεί προς το Γκουαντάναμο. Ένα περιστατικό κοντά σε αμερικανικό πολεμικό πλοίο. Μια απόπειρα παρακολούθησης ή παρενόχλησης. Μια λανθασμένη εκτίμηση. Αυτά είναι πλέον αρκετά για να ανοίξει κύκλος κλιμάκωσης.

Το πραγματικό διακύβευμα

Η υπόθεση της Κούβας δεν είναι νέα κρίση των πυραύλων. Είναι κάτι διαφορετικό και, από ορισμένες απόψεις, πιο δύσκολο στη διαχείριση. Δεν έχει την καθαρότητα ενός διπολικού κόσμου, όπου δύο υπερδυνάμεις γνώριζαν τα όρια της σύγκρουσης. Έχει την ασάφεια της σημερινής εποχής: drones, υπηρεσίες πληροφοριών, διαρροές, τρίτες χώρες, τεχνογνωσία, κυρώσεις και πολιτική πίεση.

Η Ουάσιγκτον φαίνεται να στέλνει ένα μήνυμα όχι μόνο στην Αβάνα, αλλά και στη Μόσχα και στην Τεχεράνη: η μεταφορά ασύμμετρων απειλών κοντά στην αμερικανική επικράτεια δεν θα αντιμετωπιστεί ως περιφερειακό επεισόδιο. Θα αντιμετωπιστεί ως στρατηγική πρόκληση.

Η Κούβα, από την άλλη, επιχειρεί να εμφανίσει κάθε στρατιωτική της προετοιμασία ως δικαίωμα αυτοάμυνας. Αυτό είναι το δικό της αφήγημα: μια μικρή χώρα, υπό πίεση και κυρώσεις, προετοιμάζεται απέναντι σε πιθανή αμερικανική επιθετικότητα.

Ανάμεσα στα δύο αφηγήματα βρίσκεται η πραγματικότητα: μια χώρα με περιορισμένη στρατιωτική ισχύ, αλλά με πιθανή πρόσβαση σε τεχνολογία που η Ουάσιγκτον δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει.

Το συμπέρασμα είναι προσεκτικό αλλά σαφές. Η Κούβα δεν φαίνεται, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, να βρίσκεται στο κατώφλι επίθεσης κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Φαίνεται όμως να μπαίνει ξανά στον σκληρό πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης. Όχι επειδή έγινε ισχυρή, αλλά επειδή η ίδια η έννοια της απειλής έχει αλλάξει.

Στον κόσμο μετά τον πόλεμο με το Ιράν, η Ουάσιγκτον δεν φοβάται μόνο στρατούς. Φοβάται τεχνολογίες που ταξιδεύουν. Φοβάται δίκτυα που μεταφέρουν εμπειρία από ένα μέτωπο σε άλλο. Φοβάται το ενδεχόμενο το μοντέλο των drones, που δοκιμάστηκε στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία, να εμφανιστεί τώρα 90 μίλια από τη Φλόριντα.

protothema.gr