Μια υπόθεση που ανατρέπει τα μέχρι σήμερα δεδομένα στα οικογενειακά δικαστήρια έρχεται να δείξει ότι η καταβολή διατροφής δεν αφορά μόνο τα παιδιά, αλλά και τους γονείς, καθώς το Εφετείο άναψε «πράσινο φως» στη διατροφή 73χρονου πατέρα από τους δύο ενήλικους γιους του, επιβεβαιώνοντας ότι η υποχρέωση οικονομικής στήριξης μπορεί πλέον να βαραίνει και την αντίστροφη κατεύθυνση. Στην υπό εξέταση υπόθεση το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της έφεση δύο αδελφών κατά προσωρινού διατάγματος διατροφής που είχε εκδοθεί εις βάρος τους και υπέρ του 73χρονου πατέρα τους, επιβεβαιώνοντας ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσης θεραπείας πληρούνταν και ότι δεν υπήρξε νομικό ή διαδικαστικό σφάλμα από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

Η υπόθεση εκδικάστηκε στις 15 Μαΐου 2026 από το Εφετείο (Πολιτική Δικαιοδοσία) και αφορούσε αίτηση του πατέρα, ο οποίος επικαλέστηκε το Άρθρο 34 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου 216/90, ζητώντας διατροφή από τους δύο ενήλικους υιούς του, ηλικίας 52 και 43 ετών. Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού είχε εκδώσει προσωρινό διάταγμα, υποχρεώνοντας τους δύο αδελφούς να καταβάλλουν από €75 μηνιαίως ο καθένας, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης.

Οι εφεσείοντες προσέβαλαν την απόφαση προβάλλοντας σειρά λόγων, μεταξύ των οποίων ότι ο πατέρας τους είχε παραπλανήσει το Δικαστήριο, ότι δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια», ότι δεν αποδείχθηκαν οι ανάγκες του, καθώς και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τη μαρτυρία και τα οικονομικά δεδομένα των διαδίκων. Επικαλέστηκαν επίσης ότι η αίτηση ήταν καταχρηστική, λόγω της κατ’ ισχυρισμόν μακροχρόνιας αποξένωσης και της συμπεριφοράς του πατέρα τους.

Το Εφετείο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς, επισημαίνοντας καταρχάς ότι στο στάδιο εξέτασης προσωρινού διατάγματος δεν επιτρέπεται η τελική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας ή η επίλυση των ουσιωδών πραγματικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Όπως τονίστηκε, το Δικαστήριο περιορίζεται στο κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης και ανάγκη αποφυγής ανεπανόρθωτης αδικίας.

Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί «καθαρών χεριών», το Εφετείο ανέφερε ότι, παρότι η αρχή της επιείκειας απαιτεί από τον αιτητή έντιμη συμπεριφορά, η σχετική εξέταση δεν μπορεί να μετατραπεί σε πλήρη δίκη επί της ουσίας στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας. Διαπιστώθηκε ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν παραθέσει συγκεκριμένα και αποδεδειγμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ισχυρισμό παραπλάνησης, αλλά περιορίστηκαν σε γενικές αιτιάσεις, οι οποίες προϋπέθεταν αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας, κάτι που δεν επιτρέπεται στο συγκεκριμένο στάδιο.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι δεν υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε πλημμελής ερμηνεία του άρθρου 34, το οποίο προβλέπει υποχρέωση ενήλικων τέκνων να συνεισφέρουν στη διατροφή γονέα που αδυνατεί να αυτοσυντηρηθεί, εφόσον οι ίδιοι έχουν σχετική οικονομική δυνατότητα. Παράλληλα, κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε επαρκώς υπόψη τις οικονομικές υποχρεώσεις των εφεσειόντων, καθώς και το γεγονός ότι έχουν ανήλικα τέκνα.

Σημαντικό μέρος της απόφασης βασίστηκε και στα στοιχεία υγείας του πατέρα, τα οποία περιλάμβαναν σοβαρά καρδιολογικά και αναπνευστικά προβλήματα, καθώς και δεδομένα για το εισόδημά του, το οποίο περιορίζεται σε σύνταξη περίπου €424 μηνιαίως, με προηγούμενη περιστασιακή εργασία να έχει τερματιστεί λόγω επιδείνωσης της κατάστασής του.

Αναφορικά με ισχυρισμούς για μεταβιβάσεις περιουσίας και οικογενειακές διαφορές, το Εφετείο έκρινε ότι πρόκειται για ζητήματα που αφορούν την ουσία της κύριας αίτησης και δεν μπορούν να επιλυθούν σε ενδιάμεσο στάδιο.

Τέλος, το Εφετείο επικύρωσε τη διαπίστωση ότι το ισοζύγιο ευχέρειας συνηγορούσε υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος, υπογραμμίζοντας ότι ο κίνδυνος αδικίας θα ήταν μεγαλύτερος αν δεν παρεχόταν προσωρινή διατροφή σε περίπτωση που ο πατέρας δικαιωθεί τελικά στην κύρια διαδικασία.

Με βάση τα πιο πάνω, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, με έξοδα €700 πλέον ΦΠΑ εις βάρος των εφεσειόντων, αλληλεγγύως ή κεχωρισμένως.