Άμεση ποινή φυλάκισης έξι χρόνων επέβαλε σήμερα Τρίτη (23/6) το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού στον κατηγορούμενο ψυχολόγο ο οποίος κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης, η οποία τον επισκεπτόταν ως ασθενής του. 

Η υπόθεση, η οποία εκδικάστηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου σε κεκλεισμένων των θυρών διαδικασία, στηρίχθηκε στις καταθέσεις μαρτύρων αλλά και της ίδιας της παραπονούμενης, με το δικαστήριο να καταλήγει σε ευρήματα ενοχής στις τέσσερις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, υπογραμμίζοντας την κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης της παραπονούμενης.

Οι τέσσερις κατηγορίες αφορούν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6 (4)(α) και 14 του Περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου (Ν. 91 (Ι)/2014) και του άρθρου 5 (α) του Περί της Πρόληψης και την Καταπολέμησης της Βίας των Γυναικών και την Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν. 115(Ι)/2021).

Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, τα αδικήματα αφορούσαν ανήλικη, η οποία τον χρόνο τέλεσής τους ήταν περίπου 17,5 ετών και παρακολουθούνταν από τον κατηγορούμενο ως ψυχολόγο.

Όπως σημειώνεται στην καταδικαστική απόφαση, ο κατηγορούμενος καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που είχε έναντι της παραπονούμενης, μεταξύ άλλων, τη φίλησε στο μάγουλο και στο στόμα, τη φίλησε στο στόμα και προχώρησε σε σεξουαλική πράξη.

Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 9 μάρτυρες κατηγορίας και ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία, κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε τρεις μάρτυρες υπεράσπισης.

Σύμφωνα με τα ευρήματα του δικαστηρίου, οι συνεδριάσεις της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο γίνονταν στο γραφείο του τελευταίου, το οποίο βρισκόταν εντός της οικίας του. Όταν η παραπονούμενη ξεκίνησε να τον επισκέπτεται ήταν κλειστή στον εαυτό της, δεν είχε καθόλου αυτοπεποίθηση και οι σχέσεις με την οικογένειά της, ειδικότερα με τον πατέρα της, ήταν αποστασιοποιημένες.

Ως αποτέλεσμα των συνεδριάσεών της με τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη απέκτησε αυτοπεποίθηση και βελτιώθηκαν οι κοινωνικές σχέσεις της και οι επιδόσεις της στο σχολείο.

Ο κατηγορούμενος την αποκαλούσε με διάφορες κολακευτικές εκφράσεις, της είχε εκμυστηρευτεί προσωπικές του εμπειρίες και είχε αγοράσει 2-3 πίνακες ζωγραφικής που ετοίμασε η ίδια. Η παραπονούμενη τον έβλεπε ως σωτήρα της και τον θαύμαζε. Σε μία από τις συνεδρίες, κάποιους μήνες πριν το επίδικο περιστατικό, η παραπονούμενη του ανέφερε πώς της αρέσουν οι πιο μεγάλοι άνδρες.

Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η παραπονούμενη δεν είχε προηγουμένως σεξουαλικές επαφές και της έλεγε πως στην ηλικία της, ήταν φυσιολογικό να κάνει σεξ. Της έλεγε, επίσης ότι πρέπει να ντύνεται «σέξι» και να μην ντρέπεται.

Μία μέρα πριν το επίδικο περιστατικό σε καθορισμένη συνεδρία, ο κατηγορούμενος ρώτησε την παραπονούμενη αν θέλει να της μάθει ο ίδιος πώς να φιλά και να κάνει σεξουαλικές πράξεις. Η παραπονούμενη τον ρώτησε «πώς» και αυτός δεν απάντησε. Η παραπονούμενη, αν και ένιωσε άβολα, θεώρησε ότι αυτό θα γινόταν για το καλό της, αφού κατηγορούμενος της έλεγε συνέχεια πως θέλει να την κάνει «γυναίκα» και να συμπεριφέρεται ως κανονική «γυναίκα». Κατά την ίδια συνεδρία, κατόπιν πρότασης του κατηγορούμενου, διευθετήθηκε μεταξύ τους συνάντηση την επόμενη μέρα προκειμένου η παραπονούμενη να μετέβαινε στην οικία του για να βάψει έναν τοίχο.

Την επόμενη μέρα, ο κατηγορούμενος παρέλαβε την παραπονούμενη από το σπίτι της και μετέβησαν, μετά από κάποιες στάσεις, στην οικία του. Καθ’ οδόν ο κατηγορούμενος προέβη σε αναφορά σε σχέση με τις γυναίκες και την τέλεση σεξουαλικών πράξεων.

Όταν έφθασαν, ο κατηγορούμενος είπε στην παραποιούμενη να τον περιμένει στο κάτω μέρος της οικίας του και προτού ο ίδιος πάει πάνω της είπε «δώσμου ένα φιλούι», τη φίλησε πρώτα στο μάγουλο και μετά στο στόμα ενώ ο ίδιος ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω.

Έπειτα, μετά που ο κατηγορούμενος τελείωσε διαδικτυακό ραντεβού που είχε, κάλεσε την παραπονούμενη να πάει στο γραφείο του και της έδειξε βίντεο με πορνογραφικό περιεχόμενο, το οποίο, προβαλλόταν στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του. Μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος της είπε «έλα να μου το κάνεις και εσύ τούτο». Η παραπονούμενη πάγωσε και έκανε απλά ό,τι της έλεγε, ενώ όταν ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι έτρεμε, αυτός της είπε πως είναι επειδή ζούσε μια εμπειρία.

Ακολούθως, μετέβησαν σε κατάστημα για την αγορά πινέλων και μπογιών και όταν επέστρεψαν στο σπίτι του κατηγορούμενου, ενόσω η παραπονούμενη παρακολουθούσε τηλεοπτική εκπομπή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, η μάρτυρας υπεράσπισης τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι η μητέρα της παραποιούμενης ανησυχούσε. Τότε την επέστρεψε στο σπίτι της. Στη διαδρομή της είπε να μην το πει σε κανένα, λέγοντας πως πολλοί άνθρωποι τον πρόδωσαν και να μην το κάνει και η ίδια.

Μετά από δύο μέρες, η παραπονούμενη προέβη σε αποσπασματική αναφορά προς τις δύο μάρτυρες κατηγορίας, και έπειτα όταν μίλησε μαζί τους αντιλήφθηκε τις πραγματικές διαστάσεις των όσων συνέβησαν. Ένοιωθε προδοσία αφού η ίδια είχε αναφέρει στον κατηγορούμενο πως θέλει να ζήσει κάτι που να την κάνει δυνατή και αυτός ενήργησε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω.

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό του μητρώο, οι προσωπικές του περιστάσεις και ιδιαίτερα τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, καθώς επίσης οι επιπτώσεις που η φυλάκιση του Κατηγορούμενου θα έχει στην οικογένειά του.

Επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών στις κατηγορίες υπ’ αρ. 1 και 2, 3 ετών στην κατηγορία υπ’ αρ. 3 και 6 ετών στην κατηγορία υπ’ αρ. 4. Περαιτέρω, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο, για 3 έτη μετά την αποφυλάκισή του:

  1. Να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά.
  2. Να εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
  3. Να διαμένει σε χώρο, ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου διαμένουν ή συχνάζουν παιδιά.

Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 47 του Νόμου, καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστημα 3 ετών, μετά την αποφυλάκισή του.