Ο Χριστόδουλος Γ. Παχουλίδης γράφει την ιστορία των πέντε Σταυροφόρων που εγκατέλειψαν το στράτευμα και ακολούθησαν τον Χριστό, καταλήγοντας στην Κύπρο.
Η Αγιότοκος Εκκλησία της Κύπρου την 13η Ιουλίου κάθε χρόνο, τιμά με ύμνους και ωδές πνευματικές, τους ευσεβείς και ταπεινούς ασκητές, τους Aγίους Ηλιοφώτους, που πήραν το όνομά τους από το όνομα του Πνευματικού τους Πατέρα, του ιερέα Ηλιοφώτου. Τα ονόματα των άλλων τεσσάρων είναι: Επαφρόδιτος, Αμμώνιος Χουλέλαιος και Ευσθένιος. Όλοι αυτοί, ήτα μέλη της μεγάλης εκείνης ομάδας, των τριακοσίων λεγομένων «Αλαμάνων Aγίων», που εντάχτηκαν ως εθελοντές στρατιώτες στη Β’ Σταυροφορία, γιατί πίστεψαν ότι πραγματικός σκοπός της ήταν η απελευθέρωση» των Αγίων Τόπων από τους Οθωμανούς. Όλοι τους ήταν Έλληνες πιστοί Ορθόδοξοι χριστιανοί, που είχαν μεταβεί ως εργάτες στη Γερμανία. Όταν η Β’ Σταυροφορία απέτυχε του σκοπού της και αυτοί αντιλήφτηκαν, ότι πραγματικός σκοπός των Σταυροφόρων δεν ήταν η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, αλλά η κατάληψη ξένων εδαφών και το πλιάτσικo, αφήκαν τα γήινα, τους κοσμικούς βασιλιάδες και άρχοντες του κόσμου τούτου και ακολούθησαν τον ουράνιο Βασιλέα των Βασιλέων, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Αποσύρθηκαν λοιπόν σε έρημα μέρη των θεοβάδιστων τόπων της Παλαιστίνης για να μονάσουν. Εκεί όμως κινδύνευαν όχι μόνο από τους αλλόθρησκους ληστές, αλλά και από αυτούς τους Σταυροφόρους. Για να αποφύγουν όλους αυτούς τους καθημερινούς κινδύνους και διωγμούς, μαζεύτηκαν όλοι, πορεύτηκαν προς το λιμάνι της Γάζας και ναύλωσαν ένα καράβι για την Κύπρο. Αφού έφθασαν στα μέρη της Πάφου, αποβιβάστηκαν διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Νήσου για να μονάσουν. Αυτή η ομάδα των πέντε, με ιερέα τους τον Ηλιόφωτο, από την Πάφο προχώρησαν προς το εσωτερικό της Νήσου και ήλθαν και εγκαταστάθηκαν σε ένα σπήλαιο στο βουνό Κορώνη, δίπλα από το σημερινό χωριό Κάτω Μονή, λίγο πιο πέρα από εκεί που βρίσκεται μέχρι σήμερα, ο επ’ ονόματί τους ιερός ναός. Εκεί ζούσαν με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή, ως ένσαρκοι άγγελοι και αξιώθηκαν, όχι μόνο κατά τον χρόνο της επίγειας ζωής τους, αλλά και μετά θάνατο, με την παρρησία την οποία απέκτησαν ενώπιον του Θεού, να ποιούν θαύματα και να θεραπεύουν κάθε ασθένεια και νόσο, των πιστών εκείνων ατόμων, που επικαλούνταν τη βοήθειά τους με πίστη στον Χριστό, και με καθαρή καρδιά. Ο Επαφρόδιτος έγινε βοσκός κα οι άλλοι βοηθοί του. Απέκτησαν πολλά ζώα και έδιδαν πλούσια την ελεημοσύνη στους ενδεείς, αλλά το κυριότερο, τους οδηγούσαν στον δρόμο της κατά Χριστό ζωής και της σωτηρίας της ψυχής τους. Η όλη αγία ζωή τους στα μέρη αυτά, ευωδίαζε. Ευωδίαζαν τα έργα της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Ευωδίαζαν οι λόγοι της χάριτος, οι από του στόματός τους, «την ορθή πίστη κηρύττοντες και της ορθοδόξου αληθείας υπερμαχούντες». Πόσων άραγε από μας, που θέλουμε να λεγόμαστε ορθόδοξοι Χριστιανοί, ο βίος και τα έργα μας ευωδιάζουν; Ας μιμηθούμε και μεις τον βίο και την όλη κατά Χριστό συμπεριφορά των Αγίων Ηλιοφώτων, ώστε και μεις κατά τον αποστολικό λόγο να αξιωθούμε να λέγουμε με παρρησία: «Χριστού ευωδία εσμέν τω Θεώ».
Ας ψάλλουμε τώρα το απολυτίκιο τους. Ήχος β’. «Αλαμανίας τους γενναίους αθλητάς, τους τα της γης καταλείποντας άπαντα, συνελθόντες ευφημήσωμεν αστέρας ως φαιδρούς· Ηλιόφωτον, Επαφρόδιτον, Αμμώνιον και Χουλέλαιον ομού συν τούτοις και Ευσθένιον καταστέψωμεν· χορείαν τιμώντες την πεντάριθμον».