Ο Νίκος Τινής, συνταξιούχος τηλεφωνητής της Cyta, θυμάται τις τραγικές μέρες του Ιούλη του 1974.

Πέρασαν 44 χρόνια από τις επάρατες ημερομηνίες της 15ης Ιουλίου και της 20ής Ιουλίου. Πραξικόπημα, τουρκική εισβολή, διχασμός, χούντα, προδοσία, θάνατος, προσφυγιά.
Ηλικιωμένος πια στην προσφυγιά, ακόμη θεωρώ τον εαυτό μου ξένο στη Λάρνακα μακριά από την αγαπημένη Γλυκιά Πολιτεία, την Αμμόχωστο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους δήθεν εθνικόφρονες εοκαβητατζήδες που έλεγαν «άλλοι εφάασιν, να φάμεν τζιαι ‘μεις», ελλείψει επιχειρημάτων για την ένωση που δήθεν αγωνιζόμασταν. Δεν ξεχνώ ποτέ αυτούς που προτιμούσαν να βάλουν φέσι αντί να κυβερνά ο Μακάριος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον φόβο που ένιωσαν τα Ελληνόπουλα του Καΐρου και τον εφιάλτη που ξυπνά μέσα τους κάθε φορά που θυμούνται το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 (τέσσερα ήταν συγγενικά μου πρόσωπα). Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τηλεφώνημα του μ. Πανίκου Γιωρκάτζη στο 190 Cyta να τον συνδέσω με τον οκταήμερο Πρόεδρο Νίκο Σαμψών που κρυβόταν στις σπηλιές στη Μαλούντα (και όχι στην πρώτη γραμμή των μαχών, όπως διέδιδαν οι χουντικοί), για να του πει ότι δεν του αρέσει η κίνηση (φυγή) του στρατού από την Καρπασία στην ενδοχώρα.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ (μέσω του 190 Cyta Αμμοχώστου) τις εκκλήσεις του φίλου μ. Ανδρέα Χωματά, γιατρού, προς το Νοσοκομείο Αμμοχώστου, για να στείλει ιατρική βοήθεια για τους πληγωμένους στρατιώτες που, ακάλυπτοι από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς μέρα-μεσημέρι, διατάχθηκαν να επιτεθούν εναντίον του τουρκοκυπριακού θυλάκου της Βατυλής.
Δυστυχώς δεν θα ξεχάσω ποτέ (σαν επίλογο της επιστολής μου) τις διαδόσεις των πραξικοπηματιών (Παραλιμνίτες) ότι ο Πρωταράς γέμισε με μουστακαλήδες Κρητικούς να αποβιβάζονται στο FigTree Bay.
Λίγες αλλά πικρές και επίκαιρες αναμνήσεις από έναν Αμμοχωστιανό.