Ο Αδάμος Κόμπος, δημοτικός σύμβουλος Κ.Σ. ΕΔΕΚ Λεμεσού, παρατηρεί και επισημαίνει χαρακτηρισμούς και απόψεις για το πραξικόπημα, που δεν είναι καθόλου αντικειμενικές και ορθές.
Έχω παρατηρήσει για χρόνια τώρα να χρησιμοποιούνται είτε από πολιτικούς της δεξιάς κυρίως, είτε από συγγραφείς ιστορικών, υποτίθεται βιβλίων, που διαπραγματεύονται και περιγράφουν τα πολεμικά και πολιτικά γεγονότα που συνέβηκαν την περίοδο 1972 – 1974, φρασεολογίες, χαρακτηρισμοί και απόψεις που δεν είναι καθόλου αντικειμενικές και ορθές, θέλοντας να μειώσουν το μέγεθος του εγκλήματος και της προδοσίας που διέπραξαν οι ομοφρονούντες μ’ αυτούς. Λένε ότι υπήρξε διχόνοια και εμφύλια σύγκρουση μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Είναι λάθος να χρησιμοποιούνται αυτές οι έννοιες, διότι μ’ αυτές προσπαθούν να προσδώσουν στις εγκληματικές και προδοτικές πράξεις της ΕΟΚΑ Β’, που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος αλλά και μετά απ’ αυτό, ότι ήταν απότοκες μιας μεγάλης λαϊκής αντίδρασης εναντίον ενός αντιδημοκρατικού και δικτατορικού καθεστώτος το οποίο στήριζε μια μικρή μερίδα των Ελληνοκυπρίων. Ότι δηλαδή περίπου ο κυπριακός Ελληνισμός ήταν μοιρασμένος στα δύο κι άλλοι χτυπούσαν τους μεν και άλλοι τους δε. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συνέβη, δεν ήταν διχασμός ούτε διχόνοια. Θα χαρακτηριζόταν έτσι εάν το 80 – 90% του κυπριακού Ελληνισμού που υπερψήφισε τον Εθνάρχη Μακάριο στις τελευταίες προεδρικές εκλογές μοιραζόταν στα δύο ή έστω εάν οι δυνάμεις που τον εχθρεύονταν είχαν το 20 – 30% των ψηφοφόρων. Τότε θα μιλούσαμε για διχόνοια και διχασμό. Αυτό που συνέβη ήταν ότι ένα 3-5% το πολύ, περίπου, παρασυρμένων και εν πολλοίς αφρόνων, από τη μερίδα των παρεξηγημένων εθνικοφρόνων, χωρίς να σκεφτούν τη σοβαρότητα των ανεύθυνων πράξεών τους πήραν τα όπλα εναντίον του κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τι θα έπρεπε να κάνει αυτό το κράτος για να συλλάβει και να φυλακίσει αυτά τα παράνομα και εγκληματικά στοιχεία της ΕΟΚΑ Β’ που έστησε ο Γεώργιος Γρίβας; Μήπως θα έπρεπε να τους αφήσει να σκοτώνουν κόσμο και να καταστρέφουν περιουσίες ή θα έπρεπε να επιβάλει τον νόμο και την τάξη; Γι’ αυτό ο Εθνάρχης Μακάριος αποφάσισε να επανασυστήσει το Αστυνομικό Εφεδρικό Σώμα (Police Tactical Reserve) και όχι το Σώμα των επικουρικών ή απλώς τους επικουρικούς, θέλοντας οι αμετανόητοι πραξικοπηματίες να τους παρομοιάζουν με τους Τουρκοκύπριους επικουρικούς στη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ. Οι εντολές που δίδονταν από τον Πρόεδρο Μακάριο προς τους αξιωματικούς του Εφεδρικού ήταν να αποφύγουν με κάθε θυσία να σκοτώσουν οποιοδήποτε μέλος της ΕΟΚΑ Β’ στη διάρκεια των προσπαθειών τους για να τους συλλάβουν, πράγμα που το τήρησαν. Ενώ η ΕΟΚΑ Β’ είναι φορτωμένη με ένα σωρό δολοφονίες προπραξικοπηματικά αλλά και μεταπραξικοπηματικά.
Αναφέρονται κάποιοι ότι υπήρξε βία και ανάλογη αντιβία από την ΕΟΚΑ Β’ προς την Αστυνομία. Κατ’ αρχάς η ΕΟΚΑ Β’ πέραν της εθνικοφρόνου ύπαρξης και λειτουργίας της ήταν μία παράνομη, εγκληματική και άκρως τρομοκρατική οργάνωση που δραστηριοποιόταν στο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ποιο κράτος στον κόσμο θα ανεχόταν αυτή την κατάσταση και μάλιστα μετά από τις δολοφονίες και καταστροφές περιουσιών. Θα την άφηναν να αλωνίζει ή θα έπαιρναν τα ανάλογα μέτρα για την εξουδετέρωσή της; Άρα πώς το νόμιμο κράτος θα αντιμετώπιζε αυτή την τρομοκρατική και εγκληματική οργάνωση χωρίς να χρησιμοποιήσει ανάλογη βία; Αυτή η οργάνωση δεν έπρεπε να υπάρξει από την αρχή κι αυτοί που σκέφτηκαν και την ίδρυσαν ήσαν παράφρονες και οφείλουν να το παραδεχθούν. Η εθνική καταστροφή που προκάλεσαν θα πρέπει να τους βαραίνει εφ’ όρου ζωής.
Δεν ήταν εθνικός διχασμός ούτε αντιμάχονταν Μακαριακοί με τους Γριβικούς έτσι απλά, όπως το περιγράφουν σε βιβλία τους φανατισμένοι συγγραφείς, αλλά οι ούτω χαρακτηριζόμενοι μακαριακοί όπως αναφέρονται σε κάποια βιβλία και σε κάποιες εκφωνήσεις, ήταν Ελληνοκύπριοι που αισθάνονταν ότι θα έπρεπε να υπερασπιστούν το νόμιμο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας μαζί με τα νομιμόφρονα μέλη της Αστυνομίας υπό τον πρόεδρο Μακάριο, και οι Γριβικοί ήταν Ελληνοκύπριοι, ποσοστού 3-5% που ήθελαν να καταστρέψουν το κράτος, από μίσος, αλαζονεία, ζήλια, εγωισμό, φαντασία, άγνοια, αμάθεια, τυφλό φανατισμό, ανικανοποίητο προσωπικό συμφέρον κ.λπ., πράγμα που το πέτυχαν με τη βοήθεια της ανθελληνικής χούντας.