Ανοιχτό για τη μερική ή και πλήρη κατάργηση της εμπλοκής της Εκκλησίας στα διαζύγια, είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης ακολουθώντας τη σύγχρονη τάση αλλά και βλέποντας την απραξία του νόμου.
Η μεγάλη μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου, η συζήτηση της οποίας άρχισε το 2015, διακόπηκε το 2018, ξανάρχισε το 2019 και ξαναδιακόπηκε, επανήρχισε χθες ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, με τη συζήτηση τεσσάρων από τα οκτώ συνολικά νομοσχέδια, αφού τα υπόλοιπα ακόμα μελετούνται.
Αναλύοντας τα τέσσερα νομοσχέδια, η υπουργός Δικαιοσύνης Στέφη Δράκου ανέφερε ότι επίκεντρο είναι το συμφέρον του παιδιού που βρίσκεται στην καρδιά της μεταρρύθμισης, αλλά κι η ισότητα μεταξύ των γονέων και η ίση κατανομή των μεταξύ τους βαρών, η γρήγορη εκδίκαση των υποθέσεων και η εξομάλυνση των οικογενειακών σχέσεων. Με τα νομοσχέδια κόβεται ο ομφάλιος λώρος μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας για τα διαζύγια, αφού η πρακτική έδειξε ότι ούτε κληρικοί συμμετέχουν στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ούτε και ο οικείος Επίσκοπος στον οποίο αποστέλλεται επιστολή παρεμβαίνει για να μεταπείσει το ζευγάρι να μην χωρίσει.
Μεταξύ των σημαντικότερων προνοιών των τεσσάρων νομοσχεδίων περιλαμβάνεται η αύξηση του ορίου ηλικίας για τέλεση γάμου στα 18 έτη από τα 16 και η παροχή δυνατότητας σε έναν ανήλικο γόνο διαζευγμένων γονέων, μετά τα 16 έτη, να ζητήσει ψυχολογική στήριξη. Επίσης, τα διαζύγια των πολιτών που ανήκουν στις θρησκευτικές ομάδες θα εκδίδονται από τα Οικογενειακά Δικαστήρια.
Συγκεκριμένα, με το πρώτο νομοσχέδιο τροποποιείται το άρθρο 111 του Συντάγματος ώστε τα διαζύγια να εκδικάζονται αντί από τρεις δικαστές, ένας εκ των οποίων να είναι κληρικός νομομαθής, κάτι που ουσιαστικά στην πράξη δεν εφαρμόστηκε ποτέ, από έναν δικαστή. Επιπρόσθετα, τροποποιείται η πρόνοια του συντάγματος που καλύπτει τους λόγους διαζυγίου, περιλαμβανομένων των λόγων του καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας, ώστε να ισχύει σε όσους επιλέγουν να τελέσουν θρησκευτικό γάμο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Γάμος από τα 18 έτη και… συναινετικά διαζύγια
Το δεύτερο νομοσχέδιο τροποποιεί τον νόμο για τα Οικογενειακά Δικαστήρια με την εξειδίκευση και αναβάθμιση των προσόντων του δικαστή και την εισαγωγή διαδικασίας υποχρεωτικής συνεχούς επιμόρφωσής τους σε θέματα οικογενειακού δικαίου και δικαιωμάτων του παιδιού. Εισάγεται επίσης πρόνοια, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος δικαστής να επιλαμβάνεται όλων των υποθέσεων που εγείρονται σε οποιονδήποτε χρόνο μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον του ίδιου Οικογενειακού Δικαστηρίου.
Το τρίτο νομοσχέδιο που αφορά τον Περί Γάμου Νόμο, τροποποιείται ώστε το ηλικιακό όριο για τέλεση γάμου να είναι τα 18 έτη αντί τα 16, ύστερα από εισήγηση και της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, ώστε να εναρμονίζεται με τον νόμο που ορίζει ότι η ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης είναι το 17ο έτος της ηλικίας. Επίσης, εισάγεται το συναινετικό διαζύγιο με τις προϋποθέσεις ότι ο γάμος έχει διαρκέσει έξι μήνες και οι σύζυγοι δηλώνουν ενώπιον του δικαστηρίου σε συνεδρία που ορίζεται τρεις μήνες μετά την αίτηση της καταχώρησης, ότι συναινούν στη λύση του γάμου. Ο χρόνος διάστασης που απαιτείται για να δημιουργηθεί το αμάχητο τεκμήριο κλονισμού του γάμου μειώνεται από τέσσερα χρόνια σε δύο.
Το τέταρτο νομοσχέδιο αφορά τον νόμο περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου και την υποχρέωση πριν από την καταχώρηση διαζυγίου να γίνει γνωστοποίηση στον αρμόδιο Επίσκοπο και να γίνει απόπειρα συνδιαλλαγής ώστε να διασωθεί ο γάμος. Ωστόσο, η Υπουργός ανέφερε ότι με την πάροδο των ετών, η διαδικασία αυτή έχει καταστεί εντελώς τυπική. Η Υπουργός εξέφρασε την πρόθεση της Κυβέρνησης είτε να καταργήσει τελείως τον νόμο είτε να τον τροποποιήσει ώστε η διαδικασία να ακολουθείται κατ’ επιλογήν των ιδίων των συζύγων. Παράλληλα, ανέφερε ότι σε περίπτωση που ο λόγος διαζυγίου είναι η άσκηση βίας δεν θα υπάρχει υποχρέωση αποστολής επιστολής γνωστοποίησης.