Ο 16χρονος γιος του αξέχαστου ζεν πρεμιέ του ελληνικού σινεμά, Ανδρέα Μπάρκουλη, μιλάει πρώτη φορά για τη σχέση του με τη Ζωή Λάσκαρη που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, για τον μπαμπά του, αλλά και όσα έχει καλά κρυμμένα στη σκέψη και στη μνήμη του.
Μου μιλάει με ζεστή φωνή, τονίζει τις λέξεις και η έκφρασή του αλλάζει, κάνοντας διακυμάνσεις με το ηχόχρωμα της φωνής – είναι σαφές πως ο γιος του Ανδρέα Μπάρκουλη δεν δείχνει 16 χρόνων μόνο. Προς το παρόν, μου λέει από την αρχή της κουβέντας μας, είναι μαθητής στη ΣΕΛΕΤΕ, στον τομέα υπολογιστών. Στο μέλλον, όμως, όπως όλα δείχνουν, θέλει να γίνει ηθοποιός. Όπως ακριβώς και ο πατέρας του. Η αδυναμία στη μητέρα του, Μαίρη, περισσότερο από εμφανής. Είναι εκείνη που έχει ως στήριγμα πια. Αυτό δεν μου το λέει – αλλά δεν χρειάζονται οι λέξεις να τονίσουν το εμφανές. Γιατί η Μαίρη είναι η γυναίκα που του συμπαραστέκεται όλο αυτό το διάστημα και προσπαθεί να του βάλει κάποιες πινελιές χρωματικές στην γκριζαρισμένη ζωή του. Είναι εκείνη που ο Μπάρκουλης ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε και την έκανε μητέρα. «Ενός παιδιού ιδιαίτερου, μοναδικού, σπάνιου», όπως της λέω και συγκινείται, αφού τους γνωρίζω αρκετά χρόνια πια. «Είσαι ένας μικρός άντρας παλαιάς κοπής. Όπως ο πατέρας σου», λέω στον μικρό. Και το εννοώ.

«Νομίζω θα χαιρόταν από εκεί πάνω που είναι και μας βλέπει -και εμένα και τη μαμά- να θέλω να γίνω ηθοποιός», μου λέει ο Νίκος. «Δεν ξέρω, αλλά ίσως και να νιώθω ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί και να τον κάνω να αισθάνεται περήφανος για εμένα και τις επιλογές μου. Η ζωή είναι δική μου και πρέπει να την κυνηγήσω μόνος μου. Ό,τι κι αν θελήσω να καταφέρω ξέρω ότι έχω μόνο όπλο τον εαυτό μου, τη σκληρή δουλειά, τη μαμά μου και βέβαια εκείνον, φύλακα άγγελό μου για πάντα – για πάντα όμως. Το νιώθω, πολλές φορές, πως ακόμη κι αν δεν είναι εδώ, είναι παρών. Τον αισθάνομαι, του μιλάω καμία φορά, του λέω αυτά που σκέφτομαι, αυτά που θέλω! Ο μπαμπάς έφυγε πολύ νωρίς. Δεν πρόλαβα να του πω κι άλλα πράγματα – και είναι πολλά». «Όπως;», τον διακόπτω. «Να, πόσο τον αγαπάω, πόσο περήφανος είμαι για εκείνον και για όλα όσα έκανε, πόσο ευγνώμων αισθάνομαι που με έφερε στη ζωή μαζί με τη μητέρα μου και βέβαια πόσο πολύ μου λείπει η αγκαλιά του! Εδώ θα είναι όμως, πάντα μαζί μου, πάντα μαζί μας!».
Με ψηλό παράστημα, ένας μικρός εκκολαπτόμενος γόης του «σινεμά της ζωής» με ένα σενάριο που τα είχε όλα: χαρά, ευτυχία, ταλαιπωρία, πόνο, δυστυχία, κλάμα, απογοήτευση, απομόνωση. Ο λόγος του μεστός, και καθηλωτικός. Αδύνατον να συνειδητοποιήσεις ότι απέναντί σου βρίσκεται ένας έφηβος. Μάλλον καλή «δουλειά», θα έχει κάνει και η μητέρα του, η Μαρία Μπάρκουλη, που δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα συγκίνησης για το παιδί της, τον καρπό του έρωτα με τον άντρα της ζωής της, «το πιο όμορφο δώρο», που της χάρισε ο αείμνηστος Μπάρκουλης, όπως έχει κατά καιρούς πει.
«Το βλέπω αυτό το παιδί και, ξέρετε, καμαρώνω. Είναι πια κοτζάμ άντρας! Έχει τον χαρακτήρα του πατέρα του: είναι αγωνιστής, συναισθηματικός έχει μια φυσική ευγένεια προς όλο τον κόσμο – κι ας έχει πονέσει πολύ κι ας έχει ταλαιπωρηθεί. Ο Νίκος έχει πια διαμορφωμένη προσωπικότητα και, να σας πω την αλήθεια, δεν νομίζω ότι κανείς, ούτε καν εγώ, μπορεί να τον επηρεάσει σε αποφάσεις που σταδιακά παίρνει για τον δικό του δρόμο, τον δικό του αγώνα στη ζωή. Πέρασε δύσκολα, πόνεσε, μεγάλωσε εκ των συνθηκών απότομα. Όμως αυτό που βγήκε μέσα από όλα αυτά ήταν σαν ένα λουλούδι που ανθίζει μέρα με τη μέρα», λέει η Μαίρη Μπάρκουλη στο «Down Town Κύπρου» για τον μονάκριβο γιο της.
Η Ζωή Λάσκαρη και ο Νίκος Μπάρκουλης
Για τον Νίκο η μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι. Για εμάς «η πρωταγωνίστρια» Ζωή Λάσκαρη, αλλά για εκείνον ο άνθρωπος που βοηθούσε διακριτικά την οικογένεια Μπάρκουλη για πολλά χρόνια και συμπαραστεκόταν επιπλέον ηθικά. Ο Νίκος μιλά για τη σχέση του με τη μεγάλη ηθοποιό και εξηγεί τον λόγο που έκανε μια ανάρτηση την ημέρα που εκείνη έφυγε από τη ζωή «για να την τιμήσει», όπως μου εξηγεί, για όλα όσα έκανε για εκείνον και τον πατέρα του αυτά τα χρόνια – μια γυναίκα που επί της ουσίας με την οικονομική ενίσχυση βοήθησε ακόμη και τον ίδιο τον Νίκο να μεγαλώσει. Ήταν η μόνη, μαζί με την Άννα Φόνσου, που, όπως μου αναφέρει, στάθηκαν στον πατέρα του μέχρι το τέλος. «Την εποχή εκείνη που ο μπαμπάς αντιμετώπιζε δυσκολίες, κυρίως με την υγεία του, και βέβαια οικονομικές, θυμάμαι πως άκουγα διάφορα για εκείνον, τύπου “τι έκανε τα χρήματα του;”, “πώς έφαγε την περιουσία του;”, πράγματα που αν και μικρός καταλάβαινα ότι στενοχωρούσαν τον ίδιο και τη μητέρα μου. Θύμωναν μετά από ένα σημείο. Θύμωνα κι εγώ. Και είχα βάλει σκοπό της ζωής μου να προοδεύσω και να προχωρήσω και να κάνω αυτό που ήξερα ότι έκανε μια ολόκληρη ζωή ο πατέρας μου, τότε που ήταν στα πάνω του και όλοι ήταν δίπλα του, αλλά οι ίδιοι άνθρωποι μετά τον εγκατέλειψαν και του έριξαν λάσπη. Εμένα, ως παιδί, αυτό με τσάκισε. Με τελείωσε κάποια στιγμή. Λόγια δεν είχα να πω όλα όσα αισθανόμουν, ήμουν μικρός, πολύ μικρός. Αλλά έπεφτα στην αγκαλιά του και του έλεγα ότι τώρα εγώ θα είμαι για εκείνον, και πως δεν θέλω να δίνει σε κανέναν σημασία». Σταματάει για λίγο. Παίρνει ανάσα. Συνεχίζει. «Η Ζωή ήταν η εξαίρεση. Ήταν διακριτικά πάντα μαζί μας. Αγαπούσε τον μπαμπά και τη μητέρα μου. Θυμάμαι, στην κηδεία του μπαμπά, είχε έρθει και τον φίλησε μέσα στο φέρετρο. Και μετά έψαξε να με βρει εμένα, να με πάρει αγκαλιά. Και τότε μου είπε, θυμάμαι: “Τώρα θα έχεις δυο μαμάδες, αλλά και εσύ τον μπαμπά δεν θα είναι σαν να τον έχασες γιατί θα τον έχεις εδώ πάντα, στην καρδιά σου”. Τα λόγια της, ακόμη και σήμερα, ηχούν στα αυτιά μου. Μοναδικός άνθρωπος, σπάνιος άνθρωπος. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ!».
«Έχω ακόμη την εικόνα των ματιών του μπαμπά στη σκέψη μου»
Η πατρική φιγούρα τον συντροφεύει μέχρι και σήμερα, όπως μου λέει, αν και νιώθει πως ο πατέρας του, με κάποιον τρόπο, είναι κοντά τους, μαζί τους κάθε μέρα, κάθε ώρα. «Πέφτεις, ανεβαίνεις και όλα στη ζωή είναι ο δρόμος που θα κάνεις – και κυρίως με ποιους θα την κάνεις τη διαδρομή», μου εξηγεί. «Ο μπαμπάς έφυγε από τη ζωή, κι εγώ έπρεπε να το αντιμετωπίσω όσο μπορούσα πιο ώριμα, αλλά, ξέρετε, αυτό δεν είναι εύκολο. Δεν είναι μόνο η ξαφνική φυσική απώλεια, δεν είναι μόνο οι τελευταίες εικόνες με εκείνον να ταλαιπωρείται, δεν είναι η εικόνα της μητέρας μου να του κρατά το χέρι και να προσεύχεται νύχτα μέρα για να τον βοηθήσει ο θεός και να μη μας τον πάρει… Είναι και οι δικές μου εικόνες, τα μάτια του, η αγκαλιά του, το βλέμμα του… Πονούσε, ταλαιπωριόταν και το ένιωθα ότι τον έχανα. Και ήμουν πολύ μικρός για να διαχειριστώ αυτήν την απώλεια. Και ξαφνικά συνέβη αυτό. Ο μπαμπάς έφυγε. Και μείναμε πίσω εγώ και η μητέρα μου. Με ανάπηρη ψυχή, με λαβωματιές που ακόμη πονάνε, με πληγές που δεν θα καταφέρω να επουλώσω ποτέ, ούτε εγώ ούτε η μάνα μου – είμαι σίγουρος. Μου λέγανε ότι ο χρόνος βοηθά να ξεχάσεις, να προχωρήσεις στη ζωή, να συνεχίσεις. Δεν είναι απλό. Δεν είναι καθόλου έτσι. Είναι δύσκολο, επώδυνο, πονάει», καταλήγει συγκινώντας με.
Ο Νίκος έχει μια κανονική ζωή. Πηγαίνει σε σχολή για να μάθει υπολογιστές, έχει όνειρα για τη ζωή, όπως κάθε συνομήλικός του, έχει φίλους που τον αγαπάνε και έχει «μια μάνα που στέκεται δίπλα του», όπως μου τονίζει ξανά. Το μέλλον του θα το καθορίσει ο ίδιος, «θα παίξει μπάλα», όπως λέει, με τις δικές του δυνάμεις, γιατί αν έμαθε κάτι από όλα αυτά που πέρασε είναι πως «το παιχνίδι της επιβίωσης στη ζωή θέλει ανθρώπους με πυγμή, θάρρος, τόλμη, αποφασιστικότητα και δίψα για να πετύχουν». «Όπως έκανε κι ο μπαμπάς;», του λέω στην εξώπορτα. «Όπως ο μπαμπάς!».
Περιοδικό “Down Town”, τ. 562.